Οικονομία

Ράπανος: Τα προβλήματα διακυβέρνησης επιδείνωσαν την κρίση Προτεινόμενο

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς και στη δημοκρατία είναι προϋπόθεση για ένα καλύτερο μέλλον για τον λαό και τη νεολαία μας», επισήμανε ο καθηγητής και πρόεδρος της Alpha Bank Βασίλης Ράπανος, κατά τη διάρκεια της ομιλίας υποδοχής του στην Ακαδημία Αθηνών.

 

Δεκαετίες μετά και ενώ έχει περάσει από διάφορες θέσεις στο Δημόσιο, μεταξύ των οποίων και πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, έχει διατελέσει επικεφαλής τραπεζών και διδάσκει ακόμη, έπειτα από 25 χρόνια, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο κ. Ράπανος διατηρεί ενδιαφέροντα και ανησυχίες για τα θεμελιώδη της δημοκρατίας, όπως φάνηκε από την ομιλία του.

 

«Οι υγιείς και αξιόπιστοι θεσμοί θα βοηθήσουν να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στην κυβέρνηση και στους πολιτικούς μας θεσμούς, που είναι πυλώνες της δημοκρατίας», τόνισε. Προειδοποίησε δε ότι η δημοκρατία είναι ένα εύθραυστο πολίτευμα και «μπορεί εύκολα να χειραγωγηθεί από επιτήδειους, αν οι πολιτικοί θεσμοί είναι αδύναμοι και οι πολίτες δεν επαγρυπνούν και δεν συμμετέχουν ενεργά στην υπεράσπισή της».

 

Όπως εξήγησε ο κ. Ράπανος, παραθέτοντας στοιχεία, «οι χαμηλές δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας μας οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη χαμηλή ποιότητα των θεσμών της». Στους θεσμούς, περιέλαβε τους τυπικούς, όπως δικαστήρια, πολιτικά κόμματα και δημόσια διοίκηση, αλλά και τους άτυπους, όπως τους ονόμασε, που έχουν σχέση με την κοινωνική εμπιστοσύνη, τις παραδόσεις και τις κοινωνικές πρακτικές κάθε χώρας. Οι επιδόσεις της Ελλάδας είναι παντού χαμηλές.

 

Με βάση στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας και του World Economic Forum, ο συνολικός δείκτης ποιότητας διακυβέρνησης από το 1996 και μετά φαίνεται να αγγίζει το υψηλότερο επίπεδο (πάνω από τις 75 μονάδες) το 2004. Έκτοτε η πορεία είναι καθοδική, με οριακές αναλαμπές το 2013 και αντιστροφή των τάσεων την περίοδο 2016-17, παραμένοντας όμως κάτω από τις 65 μονάδες.

 

«Ενώ στις άλλες χώρες που υπήχθησαν σε προγράμματα στήριξης, αλλά και κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 28), η ποιότητα διακυβέρνησης παρέμεινε σχεδόν σταθερή από το 2000 και μετά, στην Ελλάδα υπήρξε μια σταθερή επιδείνωση. Ενώ μέχρι το 2004 ο δείκτης διακυβέρνησης στη χώρα μας ήταν κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ, από τότε και μετά παρατηρείται μια συνεχής απόκλιση από τον μέσο όρο της ΕΕ, αν και μετά το 2016 παρατηρείται μία μικρή βελτίωση», σημείωσε ο κ. Ράπανος.

 

Δραματική είναι η επιδείνωση και της εξέλιξης της επίδοσης του δημόσιου τομέα. Η σύγκριση με τις αντίστοιχες επιδόσεις Κύπρου, Ιρλανδίας και Πορτογαλίας δείχνει μια διαχρονική υστέρηση της Ελλάδας, με τις επιδόσεις του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα να κάνουν «βουτιά» από το 2010 έως το 2013, πριν ανακάμψουν έως το 2015, για να επιστρέψουν σε τροχιά πτώσης την περίοδο 2015-17.

 

«Η Ελλάδα υστερούσε σε σχέση με τις άλλες χώρες και τον μέσο όρο της ΕΕ και πριν από την κρίση, αλλά ο δείκτης επιδεινώθηκε πολύ σε όλη την περίοδο μέχρι το 2013 και μετά από μια μικρή ανάκαμψη το 2013, παρέμεινε σε χαμηλό επίπεδο. Από τις άλλες χώρες ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία της Ιρλανδίας, στην οποία αμέσως μετά την κρίση έχουμε μια αξιοσημείωτη βελτίωση της επίδοσης του δημόσιου τομέα, γεγονός που συνετέλεσε και στην ταχεία έξοδο της χώρας από τα προγράμματα στήριξης. Στην Κύπρο υπήρξε μικρή χειροτέρευση ήδη πριν από την κρίση, αλλά μετά το 2015 υπήρξε βελτίωση. Τέλος, για την Πορτογαλία υπήρξε μια σημαντική επιδείνωση με την έναρξη της διεθνούς κρίσης, αλλά μετά την υπαγωγή της σε πρόγραμμα παρατηρείται μια αξιόλογη βελτίωση, αν και συνεχίζει να υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της ΕΕ.

 

«Η κρίση στη χώρα μας», είπε, «δεν ήταν μόνο κρίση που προήλθε από ανεύθυνες οικονομικές ή κοινωνικές πολιτικές, αλλά και κρίση που οξύνθηκε από το ξεπερασμένο ή αδύναμο θεσμικό πλαίσιο. Την αδυναμία αυτή δεν φαίνεται να είχαν αντιληφθεί ή κατανοήσει οι πιστωτές της χώρας, με αποτέλεσμα πολλά από τα μέτρα που επέβαλαν να μην έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα».

 

Οπως υποστήριξε, «οι προτάσεις πολιτικής που διατυπώνουν οι οικονομολόγοι δεν πρέπει να ανταποκρίνονται μόνο σε οικονομικά κίνητρα, αλλά να λαμβάνουν υπόψη τους τις πολιτισμικές αξίες, τις αντιλήψεις για δικαιοσύνη και τις ιδεολογικές πεποιθήσεις των πολιτών, καθώς όλες αυτές παίζουν σημαντικό ρόλο στη συμπεριφορά και στις αντιδράσεις τους σε μέτρα οικονομικής πολιτικής». Στην κατεύθυνση αυτή, καθοριστικό ρόλο θα παίξει και η δημιουργία υγιών δημόσιων θεσμών, πρόσθεσε.

 

«Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς και στη δημοκρατία είναι προϋπόθεση για ένα καλύτερο μέλλον για τον λαό και τη νεολαία μας, που έχουν υποφέρει πολύ τα τελευταία χρόνια», τόνισε ο κ. Ράπανος. Η παράμετρος της «εμπιστοσύνης» στην Ελλάδα αναδείχθηκε τα χρόνια των Μνημονίων, ιδίως στις σχέσεις των ελληνικών κυβερνήσεων με τους δανειστές και τους Ευρωπαίους εταίρους. Η απώλεια στηρίξεων εμπιστοσύνης συνήθως οδηγούσε σε πιέσεις στις τράπεζες, στο χρηματιστήριο, στην πραγματική οικονομία.

 

«Χωρίς εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση και στους άλλους κοινοβουλευτικούς θεσμούς είναι δύσκολο να υλοποιηθούν πολιτικές που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη και τη μακροχρόνια ευημερία μιας κοινωνίας. Η μείωση της εμπιστοσύνης μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συμμόρφωση των πολιτών και επιχειρήσεων στη νομοθεσία και στους κανόνες και γενικότερα στις υποχρεώσεις τους.

 

Πέρα όμως από τις επιπτώσεις στην οικονομία, η εμπιστοσύνη είναι και πυλώνας νομιμοποίησης και διατήρησης του πολιτικού συστήματος», σημείωσε ο κ. Ράπανος ότι «ο μέσος όρος εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση στις χώρες της ΕΕ μειώθηκε ελαφρά την περίοδο της κρίσης, αλλά το 2017 έχει επανέλθει στα προ της κρίσης επίπεδα. Για την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, η εμπιστοσύνη το 2017 είναι σε επίπεδα υψηλότερα εκείνων πριν από την κρίση. Για την Κύπρο, η πτώση ήταν η πλέον δραματική σε σύγκριση με τις άλλες χώρες, αλλά και εκεί παρατηρείται σημαντική βελτίωση τα τελευταία χρόνια. Στην Ελλάδα, ο δείκτης εμπιστοσύνης το 2004 ήταν πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά το 2007 και μετά παρουσιάζει μια σημαντική πτώση. Το 2015 παρατηρήθηκε μια μικρή ανάκαμψη, αλλά μετά μειώθηκε ξανά και το 2017 είναι και πάλι χαμηλά και μάλιστα το επίπεδο του δείκτη είναι το μικρότερο σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρόμοια είναι και η εικόνα για άλλους δείκτες, όπως η εμπιστοσύνη στο Κοινοβούλιο και στα πολιτικά κόμματα».

 

Φοροδιαφυγή και μειωμένα κρατικά έσοδα


Το τελικό συμπέρασμα σε επίπεδο οικονομίας, είναι ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς μεταφράζεται στην περίπτωση της Ελλάδας σε φοροδιαφυγή και μειωμένα έσοδα για το δημόσιο:

 

«Όπως φαίνεται από τον Πίνακα 1 (λίγο παρακάτω), στην περίοδο της κρίσης, τα έσοδα από όλες τις κατηγορίες των φόρων αυξήθηκαν, αλλά τα έσοδα από έμμεσους φόρους αυξήθηκαν πολύ περισσότερο από ό,τι αυξήθηκαν στους άμεσους φόρους και τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Είναι άξιο σημείωσης ότι αν και υπήρξε μεγάλη μείωση του ΑΕΠ και κατά συνέπεια της απασχόλησης και της κατανάλωσης, σημειώθηκε σημαντική αύξηση των εσόδων σε όλες τις κατηγορίες φόρων. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ο περιορισμός της φοροδιαφυγής ήταν μάλλον περιορισμένος και τα αυξημένα έσοδα προήλθαν είτε από αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης με μείωση αφορολογήτων ποσών ή κατάργηση μειωμένων συντελεστών στην έμμεση φορολογία, είτε από επιβολή νέων φόρων.

 

Την αύξηση των εσόδων λόγω αύξησης φορολογικών συντελεστών την αναγνωρίζει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην τελευταία του έκθεση για την Ελλάδα (IMF, 2018), όταν αναφέρει ότι: Η Ελλάδα έχει επιτύχει μια εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά με σημαντικό κόστος για την οικονομική μεγέθυνση. Για να επιτύχει τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που συμφώνησε με τους Ευρωπαίους εταίρους, η Ελλάδα έχει βασιστεί σε μια μεγάλη συμπίεση των δαπανών για επενδύσεις και δαπανών που είχε διακριτική ευχέρεια και αυξήσεις στους ήδη υψηλούς φορολογικούς συντελεστές».


επιστροφή στην αρχή