Ανάλυση – Κωστής Σταμπολής: Η κρίση στον Κόλπο συνεχίζει να υπονομεύει τις αγορές ενέργειας

Η παρατεταμένη περιορισμένη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ εκτιμάται ότι θα προκαλέσει αλλαγές και επιβράδυνση της βιομηχανικής δραστηριότητας, των μεταφορών και της οικονομικής ανάπτυξης

Παρότι η διεθνής πολιτική επικαιρότητα κυριαρχήθηκε την εβδομάδα που πέρασε από την επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα και από τη φαινομενική προσέγγιση μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου σε θέματα εμπορίου και εξωτερικής πολιτικής, το συνεχιζόμενο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο αποσταθεροποιητικό παράγοντα για τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.

Του Κωστή Σταμπολή*

Πίσω από τους διπλωματικούς τίτλους και τις προσεκτικά σκηνοθετημένες συναντήσεις κορυφής, η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σοβαρό ενεργειακό σοκ, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες του οποίου αρχίζουν μόλις τώρα να γίνονται πλήρως ορατές.

Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν μερικώς αποκλεισμένα για την εμπορική ναυσιπλοΐα έπειτα από μήνες στρατιωτικής αντιπαράθεσης στον Κόλπο και της συνεχής ναυτικής επιχείρησης αποκλεισμού των ΗΠΑ, που στοχεύει τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου. Αν και έχει αρχίσει ξανά περιορισμένη κυκλοφορία πλοίων μέσω εναλλακτικών διαδρομών και υπό αυστηρή ναυτική επιτήρηση, η λειτουργία του διαύλου απέχει πολύ από τα κανονικά επίπεδα. Αυτό έχει διαταράξει θεμελιωδώς τη ροή αργού πετρελαίου, προϊόντων διύλισης και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές περιοχές του κόσμου.

Οι συνέπειες για τις διεθνείς αγορές είναι βαθιές. Οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, οι αλυσίδες εφοδιασμού δοκιμάζονται και οι πληθωριστικές πιέσεις εντείνονται σε μεγάλο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό που αρχικά φαινόταν σε πολλούς ως μια παροδική γεωπολιτική κρίση έχει πλέον εξελιχθεί σε ένα δομικό οικονομικό πρόβλημα με παγκόσμιες επιπτώσεις.

Σύμφωνα με την τελευταία ΕΡκθεση για την Αγορά Πετρελαίου της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας (International Energy Agency – ΙΕΑ), η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου μειώθηκε περαιτέρω τον Απρίλιο κατά περίπου 1,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Η μείωση αυτή ακολούθησε την ενίσχυση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, ο οποίος ουσιαστικά περιόρισε τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου προς την Κίνα και άλλους προορισμούς. Από την έναρξη της σύγκρουσης τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους οι συνολικές απώλειες προσφοράς από την περιοχή του Κόλπου έχουν φθάσει τα 12,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Το μέγεθος της διακοπής προμήθειας είναι πρωτοφανές. Η παραγωγή των χωρών του Κόλπου που επηρεάζονται από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ παραμένει κατά 14,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως χαμηλότερη από τα προπολεμικά επίπεδα. Η παραγωγή του OPEC+ έχει υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 35 ετών, γεγονός που υπογραμμίζει τη σοβαρότητα της σημερινής κρίσης προσφοράς. Αν και οι χώρες εκτός OPEC+ αύξησαν οριακά την παραγωγή τους, η αύξηση αυτή παραμένει ανεπαρκής για να αντισταθμίσει τις απώλειες στον Κόλπο.

Η αύξηση της παραγωγής εκτός OPEC+ προέρχεται κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βραζιλία. Η προσφορά αυξήθηκε μόλις κατά 90.000 βαρέλια ημερησίως σε σχέση με τον Μάρτιο 2026 και παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση. Μέρος αυτής της υστέρησης οφείλεται στις συνεχιείς διαταραχές στο Κατάρ, όπου οι ιρανικές επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στις μονάδες παραγωγής φυσικού αερίου και συμπυκνωμάτων.

Παρά τον συνεχιζόμενο πόλεμο και την εύθραυστη εκεχειρία που ανακοινώθηκε στις 8 Απριλίου, οι χώρες του Κόλπου κατάφεραν να αυξήσουν ελαφρώς τις συνολικές εξαγωγές τους τον Απρίλιο. Οι εξαγωγές αυτές έφθασαν περίπου τα 10,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως και αφορούσαν κυρίως αργό πετρέλαιο, condensates και LPG. Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα αυτών των εξαγωγών πραγματοποιήθηκε μέσω χερσαίων αγωγών στη Σαουδική Αραβία, στα ΗΑΕ και το Ιράκ, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ. Οι υποδομές αυτές βοήθησαν να αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευση των εξαγωγών, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως τη φυσιολογική θαλάσσια εξαγωγική δυνατότητα της περιοχής.

Η ΛΕΚΑΝΗ ΤΟΥ ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΥ

Η μεγάλη ανακούφιση για τις διεθνείς αγορές προήλθε από τη λεκάνη του Ατλαντικού. Οι εξαγωγές πετρελαίου των ΗΠΑ αυξήθηκαν δραματικά, σχεδόν κατά 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, καθώς οι αμερικανικές εταιρίες επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τις εξαιρετικά σφιχτές συνθήκες της αγοράς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πλέον αναδειχθεί στον βασικό σταθεροποιητικό προμηθευτή του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος, αναδιαμορφώνοντας τις διεθνείς ροές εμπορίου και ενισχύοντας τη θέση τους ως ηγετική ενεργειακή δύναμη.

Στην αγορά φυσικού αερίου η κατάσταση παραμένει επίσης ιδιαίτερα σοβαρή, αν και κάπως λιγότερο οξεία σε σχέση με το πετρέλαιο. Η απώλεια της παραγωγής LNG του Κατάρ, η οποία εκτιμάται στα 77 εκατ. τόνους ετησίως, αντιστοιχεί περίπου στο 18% της παγκόσμιας προσφοράς LNG. Μια τόσο μεγάλη απώλεια προμήθειας υπό φυσιολογικές συνθήκες θα προκαλούσε πανικό στις αγορές φυσικού αερίου. Ωστόσο, η αυξημένη παραγωγή από τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, την Αυστραλία, τη Νορβηγία και την Αλγερία κάλυψε εν μέρει το κενό.

Παρά ταύτα, οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 70% από την έναρξη της σύγκρουσης. Η Ευρώπη παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη εξαιτίας της αυξανόμενης εξάρτησής της από εισαγωγές LNG μετά τη δραστική μείωση των ρωσικών ροών φυσικού αερίου τα τελευταία χρόνια. Η ήπειρος βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη τόσο με τη μειωμένη διαθεσιμότητα LNG από τον Κόλπο όσο και με τον έντονο ανταγωνισμό από ασιατικές χώρες που προσφέρουν υψηλότερα premiums για διαθέσιμα φορτία.

Οι επιπτώσεις στη ζήτηση πετρελαίου αρχίζουν τώρα να γίνονται πιο εμφανείς. Σύμφωνα με τον IEA, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου προβλέπεται να μειωθεί κατά περίπου 0,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2026, καθώς οι επίμονα υψηλές τιμές περιορίζουν την κατανάλωση. Η συνολική παγκόσμια ζήτηση αναμένεται πλέον σημαντικά χαμηλότερη από τις προβλέψεις που υπήρχαν πριν από τον πόλεμο.

Ανεξάρτητοι αναλυτές θεωρούν όμως ότι η μείωση μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερη. Εάν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν ουσιαστικά κλειστά και μετά τον Ιούνιο, ορισμένοι εκτιμούν ότι η καταστροφή ζήτησης θα μπορούσε να φθάσει ακόμα και τα 3-4 εκατ. βαρέλια ημερησίως κατά μέσο όρο το 2026. Μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλούσε όχι μόνο αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών, αλλά και γενικότερη επιβράδυνση της βιομηχανικής δραστηριότητας, των μεταφορών και της οικονομικής ανάπτυξης.

Γίνεται πλέον ολοένα και πιο σαφές ότι το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία απ’ ό,τι αρχικά είχε εκτιμηθεί. Αυτό που άρχισε ως μια γεωπολιτική αντιπαράθεση έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση από το 1973, με την Ευρώπη και την Ασία να υφίστανται το μεγαλύτερο βάρος.

Οι οικονομικές συνέπειες είναι ήδη ορατές. Ο πληθωρισμός επιταχύνεται και πάλι, τροφοδοτούμενος από το αυξημένο κόστος μεταφορών, ηλεκτρικής ενέργειας και βιομηχανικής παραγωγής. Νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα ανακοινώθηκε ότι ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ εκτινάχθηκε στο 3,8%. Αντίστοιχα ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,0% τον Απρίλιο του 2026, από 2,6% τον Μάρτιο. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες, ήδη αποδυναμωμένες από χρόνια αναιμικής ανάπτυξης και υψηλών ενεργειακών τιμών, αντιμετωπίζουν εκ νέου έντονες πιέσεις. Παράλληλα, οι ασιατικές οικονομίες, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια, βρίσκονται επίσης αντιμέτωπες με αυξανόμενες δυσκολίες.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) προβλέπει πλέον παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη μόλις 3,1% για το 2026, σημαντικά χαμηλότερη από τις προηγούμενες προβλέψεις, ενώ ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει αυξημένος για μεγάλο μέρος του έτους προτού υποχωρήσει ελαφρώς το 2027. Ωστόσο, πολλοί οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι ακόμα και αυτές οι προβλέψεις ενδέχεται να αποδειχθούν υπερβολικά αισιόδοξες, εάν η σημερινή ενεργειακή διαταραχή συνεχιστεί.

Το βασικό ερώτημα που απασχολεί σήμερα κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικές αγορές δεν είναι πλέον αν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα βλάψει την παγκόσμια οικονομία. Αυτό ήδη συμβαίνει. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο σοβαρές θα γίνουν οι συνέπειες εάν η περιορισμένη ναυσιπλοΐα συνεχιστεί για πολλούς ακόμη μήνες.

Εάν οι προβλέψεις για την παγκόσμια ανάπτυξη αναθεωρηθούν εκ νέου προς τα κάτω, η παγκόσμια οικονομία κινδυνεύει να εισέλθει επικίνδυνα σε τροχιά ύφεσης. Οι υψηλές τιμές ενέργειας, η εξασθένηση της βιομηχανικής ζήτησης, ο αυξημένος πληθωρισμός και η πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης δημιουργούν ήδη τις προϋποθέσεις για μια παρατεταμένη οικονομική επιβράδυνση.

Προς το παρόν οι αγορές παραμένουν παγιδευμένες ανάμεσα στη συγκρατημένη αισιοδοξία που δημιουργούν οι διπλωματικές πρωτοβουλίες και στη σκληρή πραγματικότητα της συνεχιζόμενης διαταραχής στον Κόλπο. Μέχρι να υπάρξει μια σταθερή πολιτική διευθέτηση και πλήρης αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, η παγκόσμια οικονομία θα εξακολουθεί να βρίσκεται εκτεθειμένη σε ένα από τα σοβαρότερα ενεργειακά σοκ της σύγχρονης Ιστορίας.

*Πρόεδρος του ΙΕΝΕ και διευθυντής του Energia.gr
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην «Εστία της Κυριακής» (17/5/2026)

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 22/5/2026)

Advertisement 5












Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ










Advertisement 5


Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ