Η ελληνική κεφαλαιαγορά εισέρχεται σε νέα φάση, καθώς η συμμετοχή ξένων επενδυτών αυξάνεται και η χώρα επανέρχεται σταδιακά στο επίκεντρο μεγαλύτερων διεθνών χαρτοφυλακίων. Η πρόσφατη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ, η υψηλή ξένη συμμετοχή στις τράπεζες και η προοπτική ένταξης της Αθήνας στο κοινό περιβάλλον συναλλαγών της Euronext διαμορφώνουν νέα δεδομένα για το Χρηματιστήριο Αθηνών.
Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο τις αποτιμήσεις των εισηγμένων εταιριών. Συνδέεται με τη δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων, τη διεύρυνση της επενδυτικής βάσης και τη σταδιακή αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς από μια αγορά ανάκαμψης σε αγορά με πιο σταθερά χαρακτηριστικά.
Η ΔΕΗ
Η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ αποτέλεσε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της αλλαγής κλίματος. Η ζήτηση έφθασε τα 18 δισ. ευρώ, με συμμετοχή περίπου 200 ξένων χαρτοφυλακίων. Το ενδιαφέρον προήλθε από μεγάλους διεθνείς επενδυτές, αλλά και από ελληνικά επιχειρηματικά κεφάλαια, σε μια περίοδο που οι γεωπολιτικές ανησυχίες παραμένουν αυξημένες.
Το μέγεθος της ζήτησης δείχνει ότι η ελληνική αγορά μπορεί πλέον να προσελκύει σημαντικά ιδιωτικά κεφάλαια σε μεμονωμένες συναλλαγές. Για σύγκριση, προηγούμενες μεγάλες κινήσεις στην αγορά, όπως το placement της Εθνικής Τράπεζας και η εισαγωγή του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, είχαν συγκεντρώσει προσφορές περίπου 8 δισ. ευρώ.
ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Παράλληλα, ο τραπεζικός κλάδος παραμένει βασικός πόλος ενδιαφέροντος για τους διεθνείς επενδυτές. Τα ξένα χαρτοφυλάκια κατέχουν σχεδόν το 85% των μετοχών των συστημικών τραπεζών που βρίσκονται σε ελεύθερη διασπορά. Η συμμετοχή αυτή αντιστοιχεί σε κεφαλαιοποίηση άνω των 40 δισ. ευρώ.
Οι τράπεζες έχουν βρεθεί στο επίκεντρο λόγω της βελτίωσης των ισολογισμών τους, της επιστροφής σε διανομή μερισμάτων και της αυξημένης κερδοφορίας. Για τους επενδυτές, ο κλάδος λειτουργεί ως ένδειξη για τη γενικότερη πορεία της ελληνικής οικονομίας, καθώς συνδέεται άμεσα με την πιστωτική επέκταση, τις επιχειρηματικές επενδύσεις και την κατανάλωση.
ΞΕΝΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ
Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, η συμμετοχή των ξένων επενδυτών στη συνολική κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου Αθηνών κινείται κοντά στο 69%, ποσοστό που αποτελεί ιστορικά υψηλό. Η αξία των ξένων συμμετοχών αυξήθηκε σημαντικά σε σχέση με το τέλος του 2024, ενώ η παρουσία τους είναι ισχυρή και στη ρευστότητα.
Τον Απρίλιο, οι ξένοι επενδυτές πραγματοποίησαν σχεδόν το 69% των συναλλαγών. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η διεθνής συμμετοχή δεν περιορίζεται στην κατοχή μετοχών, αλλά επηρεάζει και την καθημερινή λειτουργία της αγοράς. Οι μεγαλύτερες τοποθετήσεις συγκεντρώνονται κυρίως στις τράπεζες, στην ενέργεια και στις υποδομές.
ΟΙ ΚΑΤΑΛΥΤΕΣ
Η επιστροφή της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα αποτέλεσε βασικό παράγοντα για τη βελτίωση της εικόνας της χώρας. Η εξέλιξη αυτή διεύρυνε τη δεξαμενή των επενδυτών που μπορούν να τοποθετηθούν σε ελληνικά περιουσιακά στοιχεία και στήριξε τις αποτιμήσεις στο χρηματιστήριο.
Επόμενος καταλύτης είναι η μετάβαση της ελληνικής αγοράς στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών. Διεθνείς οίκοι δεικτών έχουν ήδη αναγνωρίσει τη βελτίωση της αγοράς, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις της Morgan Stanley, πιθανή αναβάθμιση από FTSE Russell και STOXX τον Σεπτέμβριο του 2026 θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθαρές παθητικές εισροές περίπου 700 εκατ. δολαρίων.
Η EURONEXT
Σημαντικό ρόλο αναμένεται να έχει και η ένταξη της Αθήνας στην πλατφόρμα της Euronext, με στόχο τη μετάβαση στο κοινό βιβλίο εντολών τον Ιούνιο του 2027. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να ενισχύσει την πρόσβαση ξένων επενδυτών, να αυξήσει τη ρευστότητα και να βελτιώσει την ορατότητα των ελληνικών εισηγμένων.
Για τις επιχειρήσεις, το νέο περιβάλλον μπορεί να σημαίνει περισσότερες επιλογές χρηματοδότησης. Για την αγορά, σημαίνει μεγαλύτερη σύνδεση με τα ευρωπαϊκά επενδυτικά δίκτυα. Το ζητούμενο πλέον είναι η διατήρηση της εμπιστοσύνης, η συνέχιση της ρευστότητας και η αξιοποίηση του ενδιαφέροντος σε νέες επενδύσεις.



