Η επίδραση του κατώτατου μισθού στην απασχόληση παραμένει αμφιλεγόμενη διεθνώς, με τα εμπειρικά στοιχεία να διαφέρουν ανά χώρα, περίοδο και μεθοδολογία, σύμφωνα με το νέο Policy Brief του ΚΕΦΙΜ με τίτλο «Κατώτατος Μισθός: Επισκόπηση της Σχετικής Βιβλιογραφίας και οι Πολιτικές στην Ελλάδα και την Ε.Ε.», που συνέγραψε ο Χρήστος Λούκας, βοηθός Ερευνητικών Προγραμμάτων του ΚΕΦΙΜ.
Η μελέτη αναδεικνύει ότι οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού συνήθως βελτιώνουν τις αποδοχές των χαμηλόμισθων και μειώνουν τις μισθολογικές ανισότητες, ενώ ταυτόχρονα ενδέχεται να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις κυρίως στους νέους, στους λιγότερο εξειδικευμένους εργαζόμενους και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα όταν οι αυξήσεις δεν συμβαδίζουν με την παραγωγικότητα.
Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η Ελλάδα εμφανίζει ήδη πριν από την τελευταία αύξηση την υψηλότερη αναλογία κατώτατου προς μέσο μισθό στην Ε.Ε. (63%) και κατατάσσεται 13η σε όρους αγοραστικής δύναμης. Η πρόσφατη αύξηση από 880 σε 920 ευρώ μεικτά από την 1η Απριλίου 2026 έχει μικτό οικονομικό αποτύπωμα: ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα των χαμηλόμισθων, αλλά αυξάνει το μισθολογικό και δημοσιονομικό κόστος, ενώ η πραγματική της επίδραση θα εξαρτηθεί από παράγοντες όπως ο πληθωρισμός, το ενεργειακό κόστος και η παραγωγικότητα.
Η μελέτη τονίζει ότι η συζήτηση στην Ελλάδα δεν αφορά μόνο το απόλυτο ύψος του κατώτατου μισθού, αλλά και τη σχέση του με τη συνολική διάρθρωση των αμοιβών στην οικονομία, αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα των πολιτικών για την αγορά εργασίας.
Ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε:
«Ο κατώτατος μισθός είναι ένα από τα πιο κρίσιμα και ταυτόχρονα πιο ιδεολογικώς φορτισμένα εργαλεία οικονομικής πολιτικής. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι δεν υπάρχουν εύκολες ή μονοσήμαντες απαντήσεις. Γι’ αυτό και η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα χρειάζεται περισσότερη τεκμηρίωση, προσοχή στα δεδομένα και αξιολόγηση όχι μόνο των προθέσεων, αλλά και των πραγματικών συνεπειών κάθε αύξησης για τους εργαζόμενους, τις επιχειρήσεις και την οικονομία συνολικά.
Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι οι πραγματικοί μισθοί δεν αυξάνονται με έναν νόμο και ένα άρθρο. Αυξάνονται κυρίως μέσω της αύξησης των επενδύσεων και της παραγωγικότητας».




