Οι αποδόσεις των κρατικών και εταιρικών ομολόγων εκτιμάται ότι θα παραμείνουν σε αυξημένα επίπεδα ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Αναλυτές μεγάλων τραπεζών και του Bloomberg επισημαίνουν ότι η πρόσφατη άνοδος δεν συνδέεται μόνο με τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, λόγω των αναταράξεων στην αγορά ενέργειας.
Σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, οι αγορές ομολόγων αποτιμούν πλέον ένα ευρύτερο σύνολο κινδύνων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, η αυξημένη ανάγκη έκδοσης νέου χρέους, οι επιπτώσεις από τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και το ενδεχόμενο οι κεντρικές τράπεζες να κινηθούν τελικά προς υψηλότερα επιτόκια, αντί για μειώσεις.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στις λεγόμενες πραγματικές αποδόσεις, δηλαδή στις αποδόσεις που προκύπτουν όταν αφαιρεθεί ο πληθωρισμός από τις ονομαστικές αποδόσεις. Η άνοδός τους στις ΗΠΑ δείχνει ότι οι επενδυτές δεν ανησυχούν μόνο για τις τιμές ενέργειας ή για τις άμεσες επιπτώσεις της σύγκρουσης.
Τα επιτόκια breakeven, τα οποία αποτυπώνουν τις πληθωριστικές προσδοκίες των αγορών, δεν έχουν αυξηθεί στον ίδιο βαθμό με τις συνολικές αποδόσεις σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος της ανόδου προέρχεται από άλλους παράγοντες και όχι αποκλειστικά από τον φόβο νέου πληθωριστικού κύματος.
Αναλύσεις που επικαλείται το Bloomberg δείχνουν ότι στις ΗΠΑ η αύξηση των πραγματικών αποδόσεων εξηγεί το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου στις συνολικές αποδόσεις. Αντίθετα, σε οικονομίες όπως η Ιαπωνία και η Γερμανία, ο πληθωρισμός φαίνεται να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα στη διαμόρφωση της εικόνας.
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ
Στις ΗΠΑ, βασικός παράγοντας ανησυχίας παραμένει η προοπτική αύξησης των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους. Η μείωση φόρων, οι αυξημένες κρατικές δαπάνες και η ανάγκη για περισσότερες εκδόσεις ομολόγων δημιουργούν πιέσεις στην αγορά.
Όσο αυξάνεται η προσφορά νέου χρέους, οι επενδυτές ζητούν υψηλότερη απόδοση για να διακρατούν μακροπρόθεσμα ομόλογα. Αυτό μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος δανεισμού για το Δημόσιο, αλλά και σε πιέσεις για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, καθώς οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων επηρεάζουν ευρύτερα το χρηματοδοτικό περιβάλλον.
ΚΟΣΤΟΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ
Η βασική εκτίμηση των αναλυτών είναι ότι ακόμη και αν υποχωρήσουν οι τιμές του πετρελαίου και περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις από την κρίση στη Μέση Ανατολή, οι αποδόσεις δεν θα επιστρέψουν απαραίτητα στα προηγούμενα επίπεδα.
Το ενδεχόμενο αυτό διατηρεί ανοιχτό τον κίνδυνο παρατεταμένου υψηλού κόστους δανεισμού. Για τις κυβερνήσεις, σημαίνει μεγαλύτερη επιβάρυνση στην εξυπηρέτηση του χρέους. Για τις επιχειρήσεις, δυσκολότερη πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση. Για τις οικονομίες, μεγαλύτερη πίεση στην ανάπτυξη, σε μια περίοδο όπου οι αγορές αναζητούν νέα ισορροπία.



