«Αθάνατες» επιχειρήσεις, που… ζουν τη δεύτερη «νιότη» τους

Οι «υπέργηρες», αλλά απολύτως ενεργές, ελληνικές εταιρείες, με «ρίζες» οι οποίες αρχίζουν από τα βάθη του χρόνου – Τα παραδείγματα των Austriacard, Μινέρβα, Λούλης, Ούζο Βαρβαγιάννη και οι Metaxa, Παυλίδης.

Οι ιστορίες των… υπεραιωνόβιων, «πίσω» από το μεγάλο deal των 364 εκατ. ευρώ του Νικόλαου Λύκου με τους Ιάπωνες της DNP, «ηλικίας» από 129 μέχρι 244 ετών!

Του ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΥ

Υπάρχουν ορισμένες ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες όχι απλώς «νικούν» τον χρόνο, αλλά καταρρίπτουν κάθε ρεκόρ ανθεκτικότητας.
Ενα απτό παράδειγμα δόθηκε τις προηγούμενες ημέρες από την υπόθεση της Austriacard, που οδηγείται στο mega deal της εξαγοράς της από τον ιαπωνικό «γίγαντα» Dai Nippon Printing (DNP), με τίμημα 364 εκατ. ευρώ.

Ο Νικόλαος
Λύκος

Μεγαλομέτοχος της, με ποσοστό 74,6%, είναι ο Νικόλαος Λύκος και όσο για τη μακροβιότητά της, όπως ανέφερε η ηλεκτρονική έκδοση της «DEALnews» τη μέρα που έγιναν γνωστές οι εξελίξεις, οι ρίζες της ανάγονται στην οικογενειακή, τότε, εκτυπωτική επιχείρηση Λύκος, ένα τυπογραφείο με έτος ίδρυσης το 1897. Πράγμα που σημαίνει ότι θεωρείται… υπεραιωνόβια, με «ηλικία» 129 ετών!

Για την ιστορία, η Austriacard αποτελεί μετεξέλιξη της ιστορικής Inform Π. Λύκος, εισηγμένη σε Ελλάδα και Αυστρία, με τις πωλήσεις της να έχουν εκτιναχθεί στη χρήση του 2025 στα 360,2 εκατ. ευρώ, με δραστηριότητες σε τρεις τομείς, στις εξελιγμένες τεχνολογικά λύσεις ταυτοποίησης (Identity), το Document Lifecycle Management και τις Digital Technologies.

Η πορεία της αποτυπώνει τη μετάβαση από την εποχή του χαρτιού, του μελανιού και των τυπογραφικών στοιχείων, στην ψηφιακή μετάδοση της πληροφορίας. Και μιλάμε, για όσους δεν γνωρίζουν, για την εταιρία που παλαιότερα τύπωνε παραδοσιακά ευαίσθητα έντυπα, όπως επιταγές, συναλλαγματικές, γραμμάτια, εισιτήρια και άλλα αξιόγραφα…

Οι, απλά, αιωνόβιες εγχώριες επιχειρήσεις με συνεχή παρουσία στην αγορά «μέσα» από… δύο Παγκόσμιους Πολέμους θεωρούνται αρκετές. Αυτές που καταφέρνουν να «ζουν» σε μια πιο προχωρημένη «ηλικία» για δεύτερο ή και για τρίτο αιώνα σε μία τουλάχιστον περίπτωση είναι σαφώς λιγότερες. Απόλυτα ενεργές όμως και μάλιστα οδηγούνται σε «χρυσές» συμφωνίες πολλών εκατομμυρίων, σε τζίρους με τριψήφια νούμερα και μεγάλες επενδύσεις!

ΟΙ… HIGHLANDERS ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

Στους… Highlanders του ελληνικού επιχειρείν, τους «αθάνατους» της αγοράς δηλαδή, συμπεριλαμβάνονται και κάποια άλλα «βαριά» ονόματα από τη βιομηχανία, τα τρόφιμα κ.ά.

Η ελαιουργική Μινέρβα, με σημερινό κύριο ιδιοκτήτη της το ελληνικών συμφερόντων fund Diorama I, με διαχειρίστρια την Deca Investments, συμπεριλαμβάνεται στα δυνητικά deals της εποχής, καθώς αποτελεί το μοναδικό, ουσιαστικά, asset του από το οποίο θα πρέπει να προχωρήσει σε αποεπένδυση με τις σχετικές υπεραξίες.

Η διαδρομή της στον χρόνο αρχίζει από το 1887! Οπως αναφέρεται και εκ μέρους της ίδιας, η Μινέρβα είναι η αρχαιότερη -και κορυφαία στον κλάδο της- ελαιουργική εταιρία της Ελλάδας, με την ιστορία της να «κρατά» από τα χρόνια της «Καρακώστας-Γιαννακός», στα τέλη του 19ου αιώνα, με αντικείμενο τις εισαγωγές και εξαγωγές εδώδιμων και αποικιακών στην Αθήνα και τον Πειραιά, ενώ το 1904 έκανε επέκταση στην εμπορία ελαιόλαδου με τα… υπεραιωνόβια brands Μινέρβα και Ρεγγίνα.

Εν έτει 2026, 139 χρόνια αργότερα, έχει εξελιχθεί σε έναν σύγχρονο βιομηχανικό όμιλο τροφίμων, εμπλουτίζοντας κι άλλο το προϊοντικό χαρτοφυλάκιό της, εν αναμονή των εξελίξεων στην υπόθεση της πώλησής της. Το Diorama απέκτησε τον έλεγχό της το 2019, όταν πλειοδότησε σε σχετικό διαγωνισμό και «πήρε τα κλειδιά» από την πολυεθνική PZ Cussons Plc, αντί 45,1 εκατ. ευρώ…

Το ρεκόρ μακροβιότητας στην ελληνική αγορά κατοχυρώνει η Νο 1 αλευροβιομηχανία της χώρας, η εισηγμένη Μύλοι Λούλης ή -όπως έχει μετονομαστεί τα τελευταία χρόνια- Loulis Food Ingredients, με τζίρο 200 εκατ. ευρώ.

Η «αντοχή» της στο πέρασμα του χρόνου «κόβει ανάσες». Ο σημερινός πρόεδρος και μεγαλομέτοχος του ομίλου, Νίκος Λούλης, εκπροσωπεί την 7η γενιά μυλωνάδων της οικογενείας του, σε μια επιχείρηση με παράδοση 244 ετών, από το 1782.

Η ιστορία της οικογένειας Λούλη στο επιχειρείν χρονολογείται από τον 18ο αιώνα, όταν ο Ζώης Λούλης εγκαθίσταται στην Αετοράχη Ιωαννίνων και κατασκευάζει έναν πετρόμυλο, τον «πρόγονο» της Loulis Food Ingredients.

Το Ούζο Βαρβαγιάννη καταγράφει ως διαχρονικό brand στην αγορά του «εθνικού ποτού» της Ελλάδας ένα ταξίδι 166 ετών, για έξι γενιές, από την Οδησσό ως το Πλωμάρι. Τόσα χρόνια συμπληρώνονται τότε που ο Ευστάθιος Βαρβαγιάννης απέσταξε το πρώτο του ούζο το 1860. Ο προπάππους της οικογένειας έφυγε κάποτε για την Οδησσό για να μάθει την τέχνη της απόσταξης και επέστρεψε στη Λέσβο, όπου παντρεύτηκε, δημιούργησε τη δική του οικογένεια και ταυτόχρονα εξέλιξε την επιχειρηματική του προσπάθεια, ιδρύοντας την ομώνυμη ποτοποιία, που ακόμη και τώρα πρωταγωνιστεί στον τομέα της, με εξαγωγές σε περισσότερες από 25 χώρες, από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία μέχρι την Αυστραλία!

KAI ΔΥΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ BRANDS

Στη μακρά «λίστα» μας μπορεί να προσθέσει κανείς πολλές αιωνόβιες ή υπεραιωνόβιες επιχειρήσεις και τα επιτεύγματά τους. Θέση σε αυτήν σαφώς δικαιούνται δύο από τα πλέον ενδεικτικά και παλαιότερα ελληνικά «σήματα» της διεθνούς αγοράς των οινοπνευματωδών ποτών, αντίστοιχα και της σοκολατοβιομηχανίας:

Γύρω στα 138 χρόνια «πίσω» στον χρόνο (1888), από το παλιό αποστακτήριο στον Πειραιά, κοιτά το brand Metaxa (Οίκος Μεταξά), το κλασικότερο ελληνικό κονιάκ με εξαγωγές σε δεκάδες χώρες, το οποίο έγινε συνήθεια για την τότε ελίτ της κοινωνίας, με πρωτεργάτη τον Πειραιώτη έμπορο Σπύρο Μεταξά. Επίσης, η αγαπημένη σοκολάτα Υγείας Παυλίδης ήταν η πρώτη που άρχισε να παρασκευάζεται στη χώρα μας το 1861, πριν από 165 χρόνια, με αρχή του εγχειρήματος το ζαχαροπλαστείο του 1841, και κατέληξε έπειτα από πολλές δεκαετίες (όπως το εργοστάσιο και άλλα σήματα του ιδίου) στην «αγκαλιά» της αμερικανικής Mondelez, που το 2022 εξαγόρασε και την Chipita.

Οι «Μαθουσάλες» του… τσιμέντου από Ελευσίνα και Δραπετσώνα

Η βαριά βιομηχανία δεν απουσιάζει από τη λίστα των υπεραιωνόβιων ελληνικής καταγωγής επιχειρήσεων. Τον δεύτερο αιώνα της «ζωής» τους διανύουν και οι δύο μεγάλες τσιμεντοβιομηχανίες που πρωταγωνίστησαν στην ανοικοδόμηση όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και άλλων χωρών (και εξακολουθούν, φυσικά…), αν και κάπως… νεότερες σε «ηλικία» από άλλους. Πέρασαν μόλις 124 χρόνια, από το 1902, όταν ιδρύθηκε από τον Νικόλαο Κανελλόπουλο η Τιτάν, παγκόσμιο «μέγεθος» με εξαιρετική παραγωγική παρουσία στην Ελλάδα, πολλές επενδύσεις και μεγάλη δραστηριότητα σήμερα στις ΗΠΑ και άλλες αγορές. Το εργοστάσιό της στην Ελευσίνα αποτέλεσε την πρώτη ελληνική μονάδα παραγωγής τσιμέντου. Το 1912 έκανε εισαγωγή στο χρηματιστήριο και από το 2019 η Titan Cement International (εισηγμένη σε Euronext Βρυξελλών, Euronext Παρισίων και Χ.Α.) καθίσταται η μητρική του διεθνούς ομίλου Τιτάν.

Μια άλλη κορυφαία ελληνική τσιμεντοβιομηχανία, ο Ομιλος Ηρακλής, άρχισε τη μακρά πορεία του από τη Δραπετσώνα πριν από 115 έτη (1911-2026), μέλος πια της Holcim ( παγκόσμιου ηγέτη στον κλάδο δομικών υλικών) και δίνει το «παρών» σε πέντε ηπείρους.

Η «ΓΗΡΑΙΟΤΕΡΗ» ΣΑΠΩΝΟΠΟΙΙΑ

«Στα χρόνια του να πάμε» εύχονται πολλοί όταν μιλούν για κάποιον ηλικιωμένο άνθρωπο ο οποίος χαίρει άκρας υγείας και από αυτό δεν εξαιρείται μάλλον ούτε η «γηραιότερη» σήμερα ελληνική… σαπωνοποιία, η ιστορική Παπουτσάνης, με επικεφαλής της το ισχυρό δίδυμο των Μενέλαου Τασόπουλου – Γιώργου Γκάτζαρου, που ανέλαβε τα «ηνία» το 2010 και, όπως παραδέχονται πολλοί, τη γλίτωσαν τότε από μια πιθανή οικονομική κατάρρευση. Το story της αρχίζει από το 1870, πριν από 156 ολόκληρα χρόνια, και την πρώτη παραγωγή πράσινου σαπουνιού ελαιόλαδου από τον Δημήτρη Παπουτσάνη, στο… ατμοκίνητο εργοστάσιο της Λέσβου!

Ενας αιώνας φάρμακα, μπισκότα, χαλβάδες και… τρακτέρ

Μεγάλες αντοχές στο πέρασμα του χρόνου έχουν παρουσιάσει και άλλες ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες άρχισαν πριν από περίπου έναν αιώνα την πορεία τους και κατάφεραν να εξελιχθούν σε ισχυρούς ομίλους, που πρωταγωνιστούν σε διάφορους κλάδους: από το φάρμακο και τα… τρακτέρ μέχρι μπισκότα, γιαούρτια, χαλβάδες, αναψυκτικά και κονσερβοποιημένη ντομάτα.

Στις (απλά) αιωνόβιες εταιρίες συμπεριλαμβάνονται, ενδεικτικά, η Πέτρος Πετρόπουλος ΑΕΒΕ, που ιδρύθηκε το 1922 στη Θεσσαλονίκη και αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο εύρος προϊόντων (αυτοκίνητα, γεωργικά οχήματα, εξωλέμβιες, μοτοσικλέτες κ.λπ.), η κορυφαία ελληνική φαρμακοβιομηχανία ΒΙΑΝΕΞ (Δημήτρης Γιαννακόπουλος), που άρχισε την πορεία της από ένα φαρμακείο στην Αθήνα το 1924, και η Lavipharm (Τηλέμαχος Λαβίδας) από τον ίδιο χώρο, η οποία ιδρύθηκε το 1911.

Το μακρινό 1922 στην Κωνσταντινούπολη «γεννήθηκε» ουσιαστικά και η μεγάλη ελληνική βιομηχανία μπισκότου Ε.Ι. Παπαδόπουλος Α.Ε. (Ιωάννα Παπαδοπούλου), ενώ η κονσερβοποιία Κύκνος, φημισμένη για τα τοματικά (και άλλα) προϊόντα της, «είδε το φως» το 1915.
Εναν αιώνα ζωής συμπλήρωσαν το 1924 και η Αφοί Χαΐτογλου, βιομηχανία τροφίμων φημισμένη για τους χαλβάδες της, όπως και η βιομηχανία αναψυκτικών ΕΨΑ, με την ΗΒΗ-Παναγόπουλος να ακολουθεί το 1926 στο εμφιαλωτήριο του Αμαρουσίου, σήμα (ΗΒΗ) που πήρε αργότερα η πολυεθνική PepsiCo, όπως το ίδιο έτος και η γαλακτοβιομηχανία ΦΑΓΕ, της οικογένειας Φιλίππου, από ένα γαλακτοπωλείο.

Η καπνοβιομηχανία, το κρασί και η «Μεγάλη Βρεταννία»

Στον τομέα της καπνοβιομηχανίας ο αντίστοιχος… Highlander της αγοράς από πλευράς αμιγώς ελληνικών επιχειρήσεων θεωρείται η Καρέλιας, εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Αθήνας, και έχοντας «πίσω» της μια διαδρομή 138 ετών, από το 1888 όταν ιδρύθηκε.

Από την εποχή που άρχισε τη λειτουργία της στην Καλαμάτα, από τους Γεώργιο και Ευστάθιο Καρέλια, τότε που τα καπνά έφταναν στη Μεσσηνία με καΐκια, η παραγωγή εκτοξεύτηκε: το 2025 ο συνολικός όγκος πωλήσεών της ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 18 δισ. τσιγάρα, με αύξηση 9% περίπου έναντι του 2024, με διευθύνοντα σύμβουλό της τον Ανδρέα Γ. Καρέλια και πρόεδρο Δ.Σ. τη Βικτωρία Γ. Καρέλια.

Στα «βαριά ονόματα» του παρελθόντος, αλλά με παρόν και μέλλον, ανήκουν επίσης η οινοποιία Μαλαματίνα, γνωστή για τη ρετσίνα της, και το εμβληματικό ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», της πλατείας Συντάγματος.

H ιστορία της πρώτης αρχίζει από το 1860 στην Τένεδο, με πρωτομάστορα τον Ευστράτιο Μαλαματίνα, και έπειτα από πολλές περιπέτειες τα τελευταία δύο χρόνια υπάγεται στον Ομιλο Εταιριών Mantis. Το «Grande Bretagne» δημιουργήθηκε το 1878 από τους Σάββα Κέντρο και Στάθη Λάμψα και σήμερα ανήκει στον ξενοδοχειακό Ομιλο Λάμψα, της οικογένειας Λασκαρίδη.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 22/5/2026)

Advertisement 5



Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ



















Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ