Την ανάγκη δράσης λήψεως αποφάσεων και προώθησης αποτελεσματικών λύσεων θέτει στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος φέτος η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος. Στην επιφάνεια έρχεται ο λογαριασμός των συνεπειών της κλιματικής κρίσης, η οποία δεν είναι πλέον μια… μελλοντική απειλή, αλλά μια πραγματικότητα, με οδυνηρό κόστος για τις κοινωνίες του πλανήτη τόσο στις ασφαλίσεις περιουσιακών στοιχείων και δημόσιων υποδομών όσο και στην παραγωγή και φυσικά στην υγεία.
Μόλις πριν από λίγες ημέρες, στις 28 Μαΐου του 2026, ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός προειδοποίησε ότι οι παγκόσμιες μέσες θερμοκρασίες την περίοδο 2026-2030 είναι πιθανό να κινηθούν σε επίπεδα κοντά ή πάνω από τα ιστορικά ρεκόρ. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η μέση ετήσια θερμοκρασία για κάθε έτος της πενταετίας αυτής εκτιμάται ότι θα βρίσκεται από 1,3°C έως 1,9°C πάνω από την περίοδο 1850-1900! Μάλιστα υπάρχει μεγάλη πιθανότητα (86% σύμφωνα με τις έρευνες) τουλάχιστον ένα έτος από σήμερα έως και το 2030 να ξεπεράσει το 2024, δηλαδή το πιο θερμό έτος που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα.
Διαβάστε ακόμα: Αφιέρωμα – Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος: Το νερό γίνεται οικονομική απειλή
Επίσης, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα παρατήρησης της Γης (Copernicus), το 2025 ήταν το τρίτο θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί. Ηταν μόλις κατά 0,13°C πιο ψυχρό από το 2024, ενώ συνολικά η τριετία 2023-2025 ήταν η πρώτη στη νεότερη και σύγχρονη Ιστορία κατά τη διάρκεια της οποίας η μέση παγκόσμια θερμοκρασία ξεπέρασε τον 1,5°C σε σχέση με την προβιομηχανική περίοδο 1850-1900.
Τα συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν μέσα από τα δεδομένα αυτά δεν είναι μόνο μετεωρολογικά. Είναι και οικονομικά. Γιατί; Οταν αυξάνονται οι θερμοκρασίες, μεγαλώνει η πίεση στο ηλεκτρικό σύστημα, αυξάνονται οι ανάγκες ψύξης, δοκιμάζονται οι καλλιέργειες, ακριβαίνει η ασφάλιση των ακινήτων και των επιχειρήσεων. Παράλληλα, φαινόμενα όπως οι πλημμύρες, οι φωτιές και οι καύσωνες προκαλούν με τη σειρά τους σημαντικό δημοσιονομικό βάρος. Ετσι οι χώρες οι οποίες δεν προσαρμόζονται εγκαίρως πληρώνουν την καθυστέρηση σε πολλαπλάσιο κόστος.
Δεν είναι τυχαίο ούτε μπορεί να περάσει σε δεύτερη μοίρα το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος προειδοποιεί ότι η συνολική κατάσταση του περιβάλλοντος στην Ευρώπη δεν είναι καλή, καθώς και ότι η κλιματική αλλαγή και η περιβαλλοντική υποβάθμιση απειλούν άμεσα την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και την ποιότητα ζωής της Ευρώπης.
Ειδικά για την Ελλάδα το θέμα της κλιματικής κρίσης και η ανάγκη δράσης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκαλεί δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση. Είναι ζήτημα μείζονος σημασίας για τον τουρισμό, την ενέργεια, το νερό, την αγροτική παραγωγή, τα δάση, τον ασφαλιστικό κίνδυνο που προκαλεί και την ανάγκη για αποτελεσματική πολιτική προστασία. Η χώρα μας, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, κάθε καλοκαίρι δοκιμάζεται τη μία από τις φωτιές και την άλλη από τις πλημμύρες ή από την ξηρασία. Τα προβλήματα λόγω του φαινομένου αλλάζουν μορφή, αλλά η ουσία μένει η ίδια: χωρίς προσαρμογή το περιβάλλον γίνεται οικονομικός πολλαπλασιαστής κινδύνου.
Το δίλημμα, πλέον, δεν είναι «πράσινη πολιτική ή ανάπτυξη». Το ερώτημα το οποίο αναζητά άμεσες απαντήσεις είναι αν η ανάπτυξη της οικονομίας θα μπορέσει να αντέξει μέσα σε έναν κόσμο πιο θερμό, πιο ακραίο και πιο ακριβό. Αν δεν τα καταφέρει, τότε ο λογαριασμός δεν αποκλείεται να αποβεί μοιραίος.
Η Ευρώπη ζεσταίνεται, το κόστος προκαλεί «κρύο ιδρώτα»
Για την Ευρώπη η κλιματική κρίση αποτελεί μεγαλύτερο πρόβλημα σε σχέση με άλλες περιοχές του πλανήτη, δεδομένου ότι… η γηραιά ήπειρος φαίνεται ότι ζεσταίνεται πιο γρήγορα!
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος, η Ευρώπη είναι η ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρος. Η κλιματική αλλαγή ήδη απειλεί την ασφάλειά της, τα δημόσια συστήματα υγείας των κρατών-μελών της Ε.Ε., τα οικοσυστήματα, τις υποδομές και φυσικά την οικονομία της.
Τι σημαίνει αυτό; Οχι από «αύριο» αλλά από «χθες» πρέπει να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο καθορίζονται οι επενδύσεις στους δρόμους, στα δίκτυα, στα λιμάνια, αλλά και στα ξενοδοχεία, στις βιομηχανίες, στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και αυτονόητα στις κατοικίες. Πλέον, ο κρίσιμος παράγοντας δεν είναι τα έργα να είναι φθηνά. Το βασικότερο είναι ότι πρέπει να αντέχουν στους καύσωνες, στις πλημμύρες, στις πυρκαγιές, στις μεγαλύτερες ενεργειακές αιχμές και να λαμβάνουν υπόψη το θέμα της έλλειψης νερού.
Οι παράγοντες αυτοί δεν είναι λεπτομέρειες, ούτε αποτελούν πολυτέλεια. Οσο περισσότερο ο κλιματικός κίνδυνος θα ενσωματώνεται στις αξιολογήσεις των τραπεζών, των ασφαλιστών και των επενδυτών τόσο πιο ακριβό θα είναι το κόστος της αδράνειας. Το ζητούμενο της κλιματικής αντοχής ήδη περνά από τα περιβαλλοντικά τμήματα στα λογιστήρια, στα «business plans» και στους ισολογισμούς.
Διαβάστε ακόμα: Ενεργειακή στροφή Τραμπ με 700 εκατ. δολάρια στον άνθρακα
Η πρόληψη φέρνει μικρότερη επιβάρυνση
Με την κλιματική κρίση να δηλώνει παρούσα, όπως εύλογα προκύπτει, το μεγαλύτερο λάθος είναι να αντιμετωπίζεται η πρόληψη έναντι των φυσικών καταστροφών μόνο από την οπτική της δαπάνης.
Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά και ιδιαίτερα οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ε.Ε. και όχι μόνο ότι η πρόληψη είναι φθηνότερη, η ενδεχόμενη ζημιά είναι ακριβότερη και οι όποιες καθυστερήσεις απλώς «φουσκώνουν» όλο και περισσότερο τον λογαριασμό. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος εκτιμά πως οι οικονομικές απώλειες από ακραία καιρικά και κλιματικά φαινόμενα στην Ε.Ε. έφτασαν τα 822 δισ. ευρώ την περίοδο 1980-2024, σε τιμές 2024! Το 25% αυτού του ποσού (πάνω από 208 δισ. ευρώ) καταγράφηκε μόνο την περίοδο 2021-2024.
Οταν, λοιπόν, ήδη παρουσιάζονται αυτές οι δραματικές επιπτώσεις, η συζήτηση δεν πρέπει να εστιάζεται στο «εάν θα κάνουμε ή όχι πράσινες πολιτικές επειδή ”πρέπει”», αλλά αν οι Ευρωπαίοι και κατ’ επέκταση οι Ελληνες πολίτες θα πληρώνουν κάθε χρόνο όλο και περισσότερα για δρόμους που καταστρέφονται, καλλιέργειες που χάνονται, σπίτια που καίγονται και πόλεις που πλημμυρίζουν.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 5/6/2026)



