Μπροστά σε μια σκληρή πραγματικότητα βρίσκει την Ελλάδα η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος του 2026. Το νερό, το αγαθό που μέχρι πρότινος όλοι θεωρούσαν δεδομένο, δεν είναι πια και το πρόβλημα δεν είναι, πλέον, μόνο θέμα οικολογικής ευαισθησίας. Είναι θέμα οικονομίας, τουρισμού, αγροτικής παραγωγής, υποδομών, είναι ένα μείζον εθνικό πρόβλημα το οποίο στο άμεσο μέλλον θα δοκιμάσει τις αντοχές του ίδιου του ελληνικού κράτους.
Η φετινή διεθνής θεματική είναι η κλιματική δράση, με την παγκόσμια διοργάνωση να γίνεται στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν. Ομως για τη χώρα μας η πιο μεγάλη επερχόμενη επίπτωση από την κλιματική κρίση είναι η λειψυδρία.
Διαβάστε ακόμα: Αφιέρωμα – Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος: Ο πλανήτης στέλνει τον λογαριασμό
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το 2023 η λειψυδρία επηρέασε το 28% της έκτασης της Ε.Ε. και έγινε αισθητή στο 32% του πληθυσμού, τουλάχιστον σε ένα τρίμηνο του έτους.
Στη νότια Ευρώπη η πίεση φαίνεται ότι είναι μόνιμη ή εποχική, με επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή, στην ύδρευση και στον τουρισμό. Η Ελλάδα αναφέρεται ειδικά ανάμεσα στις χώρες που εμφανίζουν λειψυδρία κυρίως την άνοιξη και το καλοκαίρι. Αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό, ότι, δηλαδή, το πρόβλημα δεν αναμένεται να έρθει αλλά είναι ήδη εδώ και θα εμφανίζεται κάθε χρόνο με διαφορετικό πρόσωπο (άλλοτε ως αγωνία για τα αποθέματα, άλλοτε ως αφαλάτωση στα νησιά, άλλοτε ως πίεση στους αγρότες και άλλοτε ως κόστος για δήμους, ΔΕΥΑ, ξενοδοχεία και νοικοκυριά).
Το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ενέκρινε συνολικά 42 έργα αντιμετώπισης της λειψυδρίας, με χρηματοδότηση 75.556.121,75 ευρώ, στις 19 Ιανουαρίου του 2026. Τα έργα αφορούν μονάδες αφαλάτωσης, αντικατάσταση και βελτίωση δικτύων ύδρευσης, αξιοποίηση πηγαίων νερών, αγωγούς και ταχυδιυλιστήρια. Στη λίστα μπαίνουν νησιά όπως Παξοί, Φούρνοι Κορσέων, Λειψοί, Μεγανήσι, Αστυπάλαια, Φολέγανδρος, Ψαρά, Πόρος και Αλόννησος, αλλά και περιοχές της ηπειρωτικής χώρας, από τις Σέρρες και τη Λιβαδειά έως τον Βόλο και τη δυτική Μάνη.
Η έγκριση των έργων αυτών είναι μια θετική κίνηση, η οποία, όμως, δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα. Διότι η λειψυδρία είναι και θέμα διαχείρισης. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει και από τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Κομισιόν) η οποία στη στρατηγική για την ανθεκτικότητα του νερού θέτει στόχο βελτίωσης της αποδοτικότητας χρήσης νερού στην Ε.Ε. κατά 10% έως το 2030 και κάνει λόγο για μείωση διαρροών, εκσυγχρονισμό υποδομών, δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση και ψηφιακές λύσεις.
Η ΕΥΔΑΠ, ορθά, δημοσιεύει ημερήσια στοιχεία για τα απολήψιμα αποθέματα στους ταμιευτήρες που υδροδοτούν την Αττική. Η δημοσιοποίηση αυτών των στοιχείων είναι κρίσιμη επειδή η δημόσια εικόνα των αποθεμάτων δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μια τεχνική λεπτομέρεια, αλλά σαν ένας δείκτης ασφάλειας και πολιτικής ευθύνης.
Δεδομένο αποτελεί ότι οι ανάγκες κορυφώνονται ακριβώς όταν… μειώνεται η διαθεσιμότητα. Το καλοκαίρι ζητούν περισσότερο νερό οι πόλεις, οι καλλιέργειες, τα ξενοδοχεία, οι πισίνες, οι βίλες, τα εστιατόρια και οι υποδομές των νησιών. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος αναφέρει ότι από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο του κάθε έτους η λειψυδρία εντείνεται σε πολλές χώρες λόγω ξηρού καιρού, μειωμένων ροών και αυξημένων αντλήσεων για άρδευση, τουρισμό και άλλες οικονομικές δραστηριότητες.
Στο σημείο αυτό είναι και η πραγματική πολιτική δυσκολία για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, το οποίο φαίνεται ότι όσο περνά ο καιρός θα λαμβάνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει εύκολη λύση η οποία να μην κοστίζει. Η αφαλάτωση θέλει ενέργεια, τα δίκτυα θέλουν χρήμα και συντήρηση, η άρδευση θέλει αλλαγή πρακτικών, ο τουρισμός θέλει πλαίσιο και κανόνες και οι πολίτες θέλουν ενημέρωση και λύσεις.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο πλαίσιο, το οποίο να βασίζεται στα εξής δεδομένα: α) να μην υπάρχει σπατάλη νερού όταν βρέχει, β) να μην προκαλείται πανικός όταν «στεγνώνουν» οι ταμιευτήρες και γ) να μη σχεδιάζονται νέα έργα μόνο όταν η κρίση κάνει αισθητή την παρουσία της με οδυνηρές συνέπειες. Η χώρα μας χρειάζεται να έχει σχέδιο προτού η κρίση προκαλέσει μοιραία χτυπήματα, δίκτυα χωρίς μεγάλες απώλειες, επαναχρησιμοποίηση του νερού όπου επιτρέπεται, έξυπνη άρδευση, σωστή τιμολόγηση χωρίς κοινωνική αδικία και διαρκή και αντικειμενική ενημέρωση των πολιτών.
Τα νησιά στην πρώτη γραμμή της δίψας
Τα νησιά της Ελλάδας είναι στην πρώτη γραμμή της νέας κρίσης. Εκεί φαίνεται καθαρά η σύγκρουση ανάμεσα στη φυσική αντοχή ενός τόπου και στην οικονομική του ανάπτυξη.
Σήμερα τα νησιά μας έχουν μικρά υδατικά αποθέματα, περιορισμένες πηγές, παλαιά δίκτυα, μεγάλη εποχική ζήτηση και τουρισμό που πολλαπλασιάζει τις ανάγκες μέσα σε λίγες εβδομάδες. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στα 42 έργα που ενέκρινε το ΥΠΕΝ, τον Ιανουάριο του 2026, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι Παξοί, οι Φούρνοι Κορσέων, οι Λειψοί, το Μεγανήσι, η Αστυπάλαια, η Φολέγανδρος, τα Ψαρά, ο Πόρος και η Αλόννησος.
Στο πλαίσιο αυτό, θεωρείται δεδομένο ότι η αφαλάτωση θα μπαίνει όλο και πιο συχνά στο τραπέζι. Ομως η προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή απαιτεί ενέργεια, προκαλεί κόστος και θέλει σχέδιο και έλεγχο, ώστε να μην καταλήξουν οι όποιες προσπάθειες σε πρόχειρες προμήθειες της τελευταίας στιγμής.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό: Η Πολιτεία θα προχωρήσει σε ένα πλάνο το οποίο θα καταστήσει τα νησιά ικανά για να αντέχουν τις μεγάλες προκλήσεις του καλοκαιριού ή θα συνεχίσουν να «μετρούν» κάθε χρόνο βυτία, δεξαμενές, έκτακτες χρηματοδοτήσεις και καθυστερημένες αποφάσεις; Διότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους κατοίκους τους αλλά και την εικόνα του προορισμού, την ποιότητα των υπηρεσιών, την υγειονομική ασφάλεια, την αγροτική παραγωγή και τελικά την αξία της τοπικής οικονομίας. Ενα νησί χωρίς ασφαλές νερό είναι προορισμός με περιορισμένη ανάπτυξη.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 5/6/2026)



