Η Ευρώπη καταβάλλει προσπάθειες να διατηρήσει ομαλό τον εφοδιασμό της με καύσιμα αεροσκαφών (jet fuel), αυξάνοντας τις εισαγωγές από αγορές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και η Ασία, ενισχύοντας την παραγωγή των διυλιστηρίων της και αξιοποιώντας τα διαθέσιμα αποθέματα. Ωστόσο, σύμφωνα με το Reuters, παραμένει η πλέον ευάλωτη περιοχή απέναντι σε νέες διαταραχές, καθώς η αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή απειλεί εκ νέου τις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία συγκαταλέγονται στις χώρες με τη μεγαλύτερη έκθεση στον κίνδυνο, καθώς η σταδιακή συρρίκνωση της ευρωπαϊκής διυλιστηριακής δυναμικότητας τις τελευταίες δεκαετίες έχει αυξήσει την εξάρτηση της ηπείρου από εισαγωγές που διέρχονται από το στρατηγικής σημασίας πέρασμα.
Διαβάστε ακόμα: ΔΕΗ και Dimand ενώνουν δυνάμεις για το νέο βιοκλιματικό campus στη Λεωφόρο Μεσογείων
Τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διακινείται περίπου το 20% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), επανέρχονται στο επίκεντρο της διεθνούς ανησυχίας μετά τη νέα κλιμάκωση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Παρότι η ναυσιπλοΐα είχε αποκατασταθεί εν μέρει τον Ιούνιο, οι πρόσφατες στρατιωτικές εξελίξεις έχουν επαναφέρει την αβεβαιότητα για την ασφάλεια των μεταφορών.
Περιορισμένα αποθέματα και αυξανόμενος κίνδυνος
Σύμφωνα με στοιχεία της Energy Aspects, η ευρωπαϊκή αγορά αναμένεται να εμφανίσει έλλειμμα προσφοράς αεροπορικών καυσίμων σχεδόν 600.000 βαρελιών ημερησίως κατά το τρίτο τρίμηνο του έτους. Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού προβλέπεται να διατηρήσουν πλεονάσματα 116.000 και 425.000 βαρελιών ημερησίως αντίστοιχα.
Τα διαθέσιμα αποθέματα στην Ευρώπη ανέρχονταν στις αρχές Ιουνίου σε περίπου 38 εκατ. βαρέλια, έναντι 99 εκατ. βαρελιών στις ΗΠΑ. Αυτό μεταφράζεται σε κάλυψη μικρότερη των 30 ημερών ζήτησης, το χαμηλότερο επίπεδο μεταξύ των μεγάλων αγορών αεροπορικών καυσίμων διεθνώς.
Παρότι τα τελευταία στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) δείχνουν αύξηση 10% των αποθεμάτων στο τέλος Μαΐου και ενίσχυση της παραγωγής διυλιστηρίων κατά 30% σε ετήσια βάση, οι αναλυτές εκτιμούν ότι το διαθέσιμο περιθώριο ασφαλείας παραμένει περιορισμένο.
«Εξακολουθούμε να αναμένουμε στενότητα στην αγορά τουλάχιστον έως τον Αύγουστο, εφόσον διατηρηθούν οι σημερινές συνθήκες», δήλωσε ο αναλυτής της Rystad Energy, Γιανίβ Σαχ.
Ανάλογη ανησυχία έχει εκφράσει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο Επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ, Νταν Γιόργκενσεν, έχει προειδοποιήσει ότι τα αποθέματα ενδέχεται να περιοριστούν περαιτέρω προς το τέλος της θερινής περιόδου, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συντονισμένης αποδέσμευσης στρατηγικών αποθεμάτων από τα κράτη-μέλη.
Νέοι προμηθευτές για την ευρωπαϊκή αγορά
Πριν από την έναρξη της κρίσης, περίπου το ήμισυ των εισαγωγών αεροπορικών καυσίμων της Ευρώπης προερχόταν από τη Μέση Ανατολή. Μετά τις διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές, οι ευρωπαϊκές εταιρείες αναζήτησαν εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Σύμφωνα με την Kpler, οι συνολικές εισαγωγές αεροπορικών καυσίμων στην Ευρώπη ανήλθαν τον Ιούνιο στα 673.000 βαρέλια ημερησίως, το υψηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο του 2025. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Νιγηρία αποτέλεσαν τους μεγαλύτερους προμηθευτές, ενώ φορτία προήλθαν επίσης από τον Καναδά, την Ινδία, το Κουβέιτ και τη Νότια Κορέα.
Οι εισαγωγές από την Ινδία κινήθηκαν στα υψηλότερα επίπεδα από τον Φεβρουάριο, ενώ για πρώτη φορά μετά τις αρχές Μαρτίου αναμένεται να φτάσουν στην Ευρώπη και φορτία από το Κουβέιτ μέσω μεταφόρτωσης από πλοίο σε πλοίο.
Αυξάνεται η ευρωπαϊκή παραγωγή
Παράλληλα με τις εισαγωγές, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες ενίσχυσαν την εγχώρια παραγωγή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ιταλία, όπου τα διυλιστήρια αύξησαν την παραγωγή αεροπορικών καυσίμων κατά 10% στο πρώτο τετράμηνο του έτους.
Η εγχώρια παραγωγή κάλυψε σχεδόν το 70% της ζήτησης τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, καθώς οι εισαγωγές περιορίστηκαν κατά 6%, σύμφωνα με την ένωση παραγωγών καυσίμων UNEM. Σημαντική ήταν και η συμβολή της Eni, η οποία ενίσχυσε την παραγωγή αξιοποιώντας ημιεπεξεργασμένα προϊόντα από χώρες εκτός Ευρώπης.
Υποχωρούν οι τιμές, αλλά όχι και τα αεροπορικά εισιτήρια
Οι τιμές των αεροπορικών καυσίμων στη βορειοδυτική Ευρώπη έχουν αποκλιμακωθεί σημαντικά, υποχωρώντας στα περίπου 133,27 δολάρια ανά βαρέλι από το ιστορικό υψηλό των 215,32 δολαρίων που είχαν καταγράψει στα τέλη Μαρτίου.
Η εξέλιξη αυτή μειώνει μέρος της πίεσης στις αεροπορικές εταιρείες, δεδομένου ότι τα καύσιμα αντιστοιχούν συνήθως στο 20%-25% του λειτουργικού τους κόστους. Ωστόσο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι επιβάτες δεν θα πρέπει να αναμένουν άμεση αποκλιμάκωση των τιμών των αεροπορικών εισιτηρίων, καθώς η ισχυρή ζήτηση και η περιορισμένη διαθέσιμη χωρητικότητα εξακολουθούν να στηρίζουν τις υψηλές τιμές στην αγορά.



