Σαράντα τέσσερα χρόνια θα πρέπει να περιμένουν οι Ελληνες για να ξεφουσκώσει το βουνό των χρεών που βαραίνει τη χώρα. Και αυτό διότι το ημερολόγιο θα δείχνει 2070 όταν η Ελλάδα θα κλείνει έναν οικονομικό κύκλο που άρχισε μέσα στη δίνη της κρίσης του 2010. Μέχρι τότε εκατομμύρια Ελληνες πολίτες, εργαζόμενοι, συνταξιούχοι και επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να επωμίζονται το βάρος ενός δημόσιου χρέους που εξακολουθεί να είναι το μεγαλύτερο στην Ε.Ε. και δεσμεύει τη χώρα, περιορίζοντας τις οικονομικές της δυνατότητες και τις αναπτυξιακές της προοπτικές.
Αλλωστε το τέλος των Μνημονίων δεν σήμανε και το τέλος των υποχρεώσεων. Αντίθετα, άφησε πίσω του έναν μακρύ λογαριασμό, ο οποίος θα εξοφλείται για σχεδόν ακόμα πέντε δεκαετίες. Παρά τη βελτίωση των οικονομικών δεικτών και την επιστροφή της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα, η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη. Το μεγαλύτερο μέρος των δανείων που έλαβε η Ελλάδα κατά την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης εξακολουθεί να βρίσκεται σε εκκρεμότητα και θα αποπληρώνεται σταδιακά έως το 2070, όπως αποκαλύπτει δημοσίευμα της «Εστίας της Κυριακής» (12/7). Πρόκειται για μια οικονομική δέσμευση που αφορά όλες τις κυβερνήσεις, καθώς και γενιές πολιτών που δεν είχαν καν ενηλικιωθεί όταν υπογράφηκαν τα πρώτα Μνημόνια.
Διαβάστε ακόμα: Καταργούνται τα εισοδηματικά κριτήρια για τις πολύτεκνες οικογένειες για παιδικούς σταθμούς
Σύμφωνα με την Εαρινή Εκθεση 2026 του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ):
Στο τέλος του 2025 η χώρα εξακολουθεί να οφείλει περίπου 220 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 88% του ΑΕΠ και περίπου 55% του δημόσιου χρέους κεντρικής διοίκησης αυτήν τη στιγμή. Το ποσό αυτό πρέπει να αποπληρωθεί πλήρως, σε άνισες ετήσιες δόσεις, έως το 2070. Η Ελλάδα έχει δεσμευτεί να αποπληρώσει τα δάνεια του ESM μεταξύ 2034 και 2060, ενώ η αποπληρωμή των δανείων του EFSF άρχισε το 2023 και θα συνεχιστεί έως το 2070.
Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ε.Ε., το οποίο διαμορφώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025, καταγράφοντας, ωστόσο, μείωση κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2024.
Πρόκειται για ένα οικονομικό βάρος πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα, το οποίο θα συνεχίσει να επηρεάζει κάθε κρατικό Προϋπολογισμό για πολλές ακόμη δεκαετίες.
Βεβαίως ,η κυβέρνηση προβάλλει το επιχείρημα ότι το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, το συνολικό δημόσιο χρέος παραμένει κοντά στα 360 δισ. ευρώ. Από αυτό, το μεγαλύτερο μέρος δεν βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών επενδυτών, αλλά σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, γεγονός που προσφέρει πλεονεκτήματα, όπως μεγάλες περιόδους αποπληρωμής και ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης. Παράλληλα όμως σημαίνει ότι η χώρα θα παραμένει δεσμευμένη σε μια μακροχρόνια πορεία δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Τι σημαίνει η μείωση χρέους προς ΑΕΠ
Το γεγονός ότι μειώνεται ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ δεν σημαίνει ότι το χρέος εξαφανίζεται. Αντίθετα, η χώρα εξακολουθεί να οφείλει τεράστια ποσά, τα οποία πρέπει να εξοφληθούν στο ακέραιο, ανεξάρτητα από τις στατιστικές βελτιώσεις.
Η αποκλιμάκωση του δείκτη οφείλεται κυρίως στην ανάπτυξη της οικονομίας, στον πληθωρισμό των προηγούμενων ετών και στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Ομως η επίτευξη τέτοιων πλεονασμάτων προϋποθέτει αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, συγκράτηση δημόσιων δαπανών και υψηλά φορολογικά έσοδα. Στην πραγματικότητα απαιτεί συνεχή προσπάθεια από τους πολίτες και περιορίζει τα περιθώρια για γενναίες κοινωνικές παροχές, σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις ή μεγάλες αυξήσεις στις δημόσιες επενδύσεις.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο «αγκάθι» του ελληνικού δημόσιου χρέους. Αποτελεί έναν μόνιμο περιορισμό στην άσκηση οικονομικής πολιτικής. Κάθε κυβέρνηση, ανεξαρτήτως πολιτικής κατεύθυνσης, θα είναι υποχρεωμένη να κινείται μέσα σε συγκεκριμένα δημοσιονομικά όρια, γνωρίζοντας ότι οποιαδήποτε δημοσιονομική εκτροπή μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία της χώρας και το κόστος δανεισμού της. Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο προειδοποιεί ότι η χώρα θα πρέπει να διατηρεί για πολλά χρόνια πρωτογενή πλεονάσματα περίπου στο 2% του ΑΕΠ. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα φιλόδοξο στόχο, ο οποίος απαιτεί σταθερή ανάπτυξη, υψηλή απασχόληση, επενδύσεις και συνεχή δημοσιονομική αυτοσυγκράτηση. Η ιστορία, όμως, δείχνει ότι λίγες χώρες καταφέρνουν να διατηρούν τόσο υψηλά πλεονάσματα επί δεκαετίες χωρίς να αντιμετωπίσουν οικονομικές ή κοινωνικές αναταράξεις.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα περίοδο κατά την οποία θα χρηματοδοτεί ολοένα μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της από τις διεθνείς αγορές. Τα ευρωπαϊκά δάνεια των Μνημονίων χαρακτηρίζονται από χαμηλά επιτόκια και ιδιαίτερα μεγάλες περιόδους αποπληρωμής. Αντίθετα, ο δανεισμός από τις αγορές γίνεται με όρους που καθορίζονται από τις διεθνείς οικονομικές συνθήκες και τις αποφάσεις των επενδυτών. Εάν τα επιτόκια αυξηθούν ή οι αγορές γίνουν πιο επιφυλακτικές, το κόστος εξυπηρέτησης του νέου χρέους θα αυξηθεί σημαντικά.
Παράλληλα, οι τόκοι εξακολουθούν να απορροφούν πολύτιμους πόρους του κρατικού Προϋπολογισμού. Δισεκατομμύρια ευρώ κατευθύνονται κάθε χρόνο στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων του Δημοσίου, αντί να επενδύονται σε νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια, υποδομές, έρευνα ή κοινωνική πολιτική. Είναι χρήματα που λείπουν από την πραγματική οικονομία και περιορίζουν τη δυνατότητα του κράτους να στηρίξει αποτελεσματικότερα τους πολίτες.
Τα χαρακτηριστικά του δημόσιου χρέους
Ενα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της σημερινής δομής του ελληνικού χρέους είναι ότι η χώρα δεν αντιμετωπίζει την ίδια πίεση που θα αντιμετώπιζε αν το μεγαλύτερο μέρος των δανείων της ήταν βραχυπρόθεσμο και εκτεθειμένο στις διεθνείς διακυμάνσεις των επιτοκίων. Η μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής και τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά των ευρωπαϊκών δανείων λειτουργούν ως ασπίδα προστασίας.
Το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους παραμένει χαμηλό σε σχέση με το μέγεθός του. Η μέση σταθμική διάρκεια του χρέους ξεπερνά τα 18 έτη, ενώ μεγάλο μέρος των δανείων των ευρωπαϊκών μηχανισμών έχει περίοδο αποπληρωμής που εκτείνεται μέχρι το 2060 και το 2070. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν καλείται να αποπληρώσει το σύνολο του χρέους άμεσα, αλλά να το διαχειριστεί σε βάθος πολλών δεκαετιών.
Ωστόσο, η μακρά διάρκεια δεν εξαλείφει το πρόβλημα, αλλά μεταφέρει χρονικά το βάρος. Κάθε χρόνο ένα σημαντικό μέρος του κρατικού Προϋπολογισμού κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων. Οι δαπάνες για τόκους κινούνται σε επίπεδα άνω των 6 δισ. ευρώ ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί σε πόρους οι οποίοι θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν δημόσιες επενδύσεις, κοινωνικές πολιτικές ή ενίσχυση κρίσιμων υποδομών.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, ένα ποσό της τάξης των 6-7 δισ. ευρώ ετησίως αντιστοιχεί σε πολλαπλάσια της ετήσιας δημόσιας δαπάνης για ορισμένες μεγάλες κατηγορίες κοινωνικής πολιτικής. Δεν πρόκειται για χρήματα που χάνονται, καθώς η εξυπηρέτηση του χρέους αποτελεί αναγκαία υποχρέωση ενός κράτους. Ομως αποτελεί ταυτόχρονα έναν περιορισμό στις επιλογές της οικονομικής πολιτικής.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα: το χρέος μπορεί να είναι σήμερα περισσότερο διαχειρίσιμο, αλλά εξακολουθεί να μειώνει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για άσκηση πολιτικής.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (17 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026)



