Ανάλυση – Γιάννης Χατζηθεοδοσίου: Εχει θέση η πυρηνική ενέργεια στο ενεργειακό μέλλον της Ελλάδας;

Η ενεργειακή μετάβαση στην Ευρωπαϊκή Ενωση εξελίσσεται σε ένα απαιτητικό περιβάλλον, όπου η ανάγκη για απανθρακοποίηση συνυπάρχει με την πρόκληση της ενεργειακής ασφάλειας.

Η τοποθέτηση του πρωθυπουργού, πριν από λίγες εβδομάδες, στη Σύνοδο του Παρισιού έφερε ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας. Σε μια περίοδο γεωπολιτικών αναταράξεων και αυξημένων ενεργειακών αναγκών, η επαναξιολόγηση των διαθέσιμων επιλογών σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι εύλογη.

ΤΟΥ ΓΙAΝΝΗ ΧΑΤΖΗΘΕΟΔΟΣIΟΥ*

Η ενεργειακή μετάβαση στην Ευρωπαϊκή Ενωση εξελίσσεται σε ένα απαιτητικό περιβάλλον, όπου η ανάγκη για απανθρακοποίηση συνυπάρχει με την πρόκληση της ενεργειακής ασφάλειας. Οι κρίσεις των τελευταίων ετών ανέδειξαν τις δομικές αδυναμίες του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος: η Ε.Ε. καλύπτει ακόμη πάνω από το 55% των αναγκών της από εισαγόμενη ενέργεια, ενώ η εξάρτηση από το φυσικό αέριο -ιδίως πριν από το 2022- κατέδειξε την ευαλωτότητά της σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.

Η πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εντείνει τις πιέσεις, προκαλώντας αυξημένη μεταβλητότητα και ανοδικές τάσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Για την Ευρώπη αυτό σημαίνει υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και μεγαλύτερη αβεβαιότητα ως προς τον εφοδιασμό. Την ίδια στιγμή η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ε.Ε. εκτιμάται ότι θα αυξηθεί έως και κατά 60% μέχρι το 2030, λόγω ηλεκτροκίνησης, ψηφιοποίησης και πράσινης βιομηχανίας.

Σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται δυναμικά το θέμα της συμπληρωματικότητας των ενεργειακών πηγών, με την πυρηνική ενέργεια να προβάλλεται ως σταθερή, χαμηλών εκπομπών επιλογή που μπορεί να συμβάλει τόσο στην απανθρακοποίηση όσο και στην ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας της Ευρώπης.

Ηδη σήμερα χώρες όπως η Γαλλία καλύπτουν περίπου το 70% της ηλεκτροπαραγωγής τους από πυρηνική ενέργεια, ενώ η Φινλανδία και η Σουηδία διατηρούν ισχυρή παρουσία στον τομέα. Παράλληλα, αυξάνεται το ενδιαφέρον για την ανάπτυξη μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs), ως πιο ευέλικτη και δυνητικά οικονομικότερη λύση.

Ωστόσο, η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά ή συγκυριακά. Πρόκειται για μια επιλογή με βαθιές τεχνολογικές, οικονομικές και γεωπολιτικές διαστάσεις. Τα ζητήματα ασφάλειας και διαχείρισης αποβλήτων, αλλά και το υψηλό αρχικό κόστος, οι χρονικές καθυστερήσεις στην υλοποίηση και η ανάγκη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού αποτελούν κρίσιμες προκλήσεις.

Για την Ελλάδα τα ερωτήματα είναι πιο σύνθετα. Η χώρα διαθέτει ιδιαίτερα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά, περιορισμένη εμπειρία στον συγκεκριμένο τομέα και ένα ενεργειακό σύστημα που βρίσκεται σε φάση μετασχηματισμού. Επιπλέον, η πυρηνική ενέργεια συνεπάγεται και εξάρτηση από τεχνολογία, καύσιμα και τεχνογνωσία που ελέγχονται από τρίτες χώρες, κάτι που εγείρει ζητήματα στρατηγικής αυτονομίας.

Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι η Ελλάδα δεν έχει ακόμη εξαντλήσει τις δυνατότητές της σε ένα πεδίο όπου διαθέτει σαφές συγκριτικό πλεονέκτημα: τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Η ηλιακή και η αιολική ενέργεια μπορούν να καλύψουν σημαντικό μέρος των αναγκών, εφόσον συνοδευτούν από σοβαρές επενδύσεις σε δίκτυα και κυρίως σε υποδομές αποθήκευσης. Σήμερα σημαντικό ποσοστό παραγόμενης πράσινης ενέργειας παραμένει αναξιοποίητο, γεγονός που καταδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη δυναμικού, αλλά η ανεπάρκεια σχεδιασμού.

Η ενεργειακή πολιτική απαιτεί συνέπεια, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και θεσμική σοβαρότητα. Η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια οφείλει να γίνει με τεκμηρίωση, διαφάνεια και πλήρη αποτίμηση κόστους και οφέλους – όχι ως συγκυριακή επιλογή.

Σε αυτή τη φάση η Ελλάδα χρειάζεται να εστιάσει στην ενίσχυση της ενεργειακής της αυτονομίας με τα μέσα που διαθέτει: επιτάχυνση των επενδύσεων στις ΑΠΕ, ανάπτυξη αποθηκευτικών λύσεων, αναβάθμιση των δικτύων και προώθηση αποκεντρωμένων ενεργειακών σχημάτων. Παράλληλα, οφείλει να παρακολουθεί τις διεθνείς εξελίξεις στην πυρηνική τεχνολογία, χωρίς όμως να προχωρά σε βεβιασμένες επιλογές.

Ο ενεργειακός σχεδιασμός δεν είναι πεδίο πειραματισμών. Είναι θεμέλιο για την οικονομική ανθεκτικότητα, την κοινωνική σταθερότητα και την εθνική ασφάλεια. Και γι’ αυτό απαιτούνται νηφαλιότητα, συνέχεια και στρατηγικό βάθος.

*Πρόεδρος ΕΕΑ, επίτιμος διδάκτωρ ΠΑ.ΠΕΙ. & Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 17/4/2026)

Advertisement 5










Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ








Advertisement 5


Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ