Οι συμφωνίες που… κόλλησαν αλλά δεν παύουν να απασχολούν τους εμπλεκομένους και οι νέες εξελίξεις
Του ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΥ
Η εγχώρια αγορά τροφίμων αποτελεί ένα προσφιλές πεδίο επενδύσεων όχι μόνο για επιχειρηματίες του κλάδου, οι οποίοι, αυτονόητα, επιδιώκουν να ενισχύσουν τη θέση τους σε αυτήν, αλλά και για άλλους «παίκτες», π.χ., funds, ελληνικών ή ξένων συμφερόντων, ή και εταιρίες συμμετοχών.
Αν και προέρχεται από ένα δυναμικό «σερί» από deals, εξαγορές και άλλες εμπορικές συμφωνίες κατά τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί παρ’ όλα αυτά να διατηρεί αρκετά και ιδιαίτερα σημαντικά μέτωπά της «ανοιχτά» μέσα στο 2026, τουλάχιστον σε 10 μεγάλες περιπτώσεις, όπου ήδη σημειώνονται εξελίξεις ή πιθανόν να «τρέξουν» προσεχώς.
Και βέβαια αν αθροίσει κάποιος τη δυνητική αξία των νέων συμφωνιών που θα μπορούσαν να επέλθουν μετριέται σε ένα ποσό που θεωρητικά θα πλησίαζε ακόμα και τα 2 δισ. ευρώ.
Δύο παλιές και γνωστές υποθέσεις, στάσιμες όμως, από τις οποίες ενδέχεται να προκύψουν τα επόμενα… big deals είναι αυτές της γαλακτοβιομηχανίας Δέλτα και της βιομηχανίας Ελληνική Ζύμη, που πωλούνται μεν, όπως συνέβη και με τόσα άλλα assets του mega fund CVC (Αλεξ Φωτακίδης), αλλά δεν έχουν προχωρήσει, κατά τις εκτιμήσεις έμπειρων στελεχών, λόγω της υψηλής τιμής πώλησής τους. Δηλαδή, έως και 400 εκατ. ευρώ για την καθεμιά. Για την πρώτη, τα σενάρια για «φλερτ» με τα Ελληνικά Γαλακτοκομεία, της οικογένειας Σαράντη, την Bespoke του Σπύρου Θεοδωρόπουλου και την Ideal Holdings, με πρόεδρο τον Λάμπρο Παπακωνσταντίνου, δεν επιβεβαιώθηκαν στην πράξη.
Πηγές του χώρου εκτιμούν ότι, αν μειωθεί το τίμημα, θα αυξηθούν αυτομάτως οι πιθανότητες για την εξαγορά κυρίως της Δέλτα (σ.σ.: και «δείχνουν», μεταξύ άλλων, και προς την πλευρά των Ελληνικών Γαλακτοκομείων, που απέκτησαν και τη Δωδώνη από το CVC), ενώ για την Ελληνική Ζύμη η τιμή είχε κριθεί παλαιότερα ως απαγορευτική εκ μέρους της Ideal…
Κάπου εδώ μπαίνουν στην «εξίσωση» δύο επιπλέον εκδοχές: η Ideal Holdings, θέλοντας να ενισχύσει το προϊοντικό χαρτοφυλάκιο της Μπάρμπα Στάθης (σ.σ.: την οποία εξαγόρασε πέρσι αντί 130 εκατ. ευρώ, συν την ανάληψη δανείων), επιμένει για μια νέα εξαγορά στον τομέα των κατεψυγμένων και ειδικότερα στις ζύμες, ωστόσο, παρά τις διαπραγματεύσεις που φέρεται ότι έκανε πρόσφατα για την εταιρία Ροδούλα, δεν κατέληξαν σε συμφωνία, χωρίς να διαρρεύσουν τα ποσά (λογικά με διψήφιο αριθμό εκατομμυρίων) που έπεσαν στο τραπέζι.
ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΣΕΝΑΡΙΟ
Μοιραία μένει «ανοιχτό» ένα… διπλό μέτωπο, έπειτα από το «no deal»: τόσο η Μπάρμπα Στάθης συνεχίζει να ψάχνει για μια εξαγορά με συγκεκριμένα κριτήρια όσο και η Ροδούλα παραμένει υπό πώληση, ίσως σε «τρίτο» ενδιαφερόμενο, εφόσον προσφερθεί στους ιδιοκτήτες της το τίμημα που θα τους ικανοποιεί οικονομικά.
Αλλα 250 εκατ. ευρώ κοστολογείται η Παλίρροια (διεθνοποιημένη εταιρία συσκευασμένων τροφίμων που αποτελεί τον Νο 1 παραγωγό ντολμά), η οποία ανήκε ως τώρα από κοινού στις οικογένειες του Κωνσταντίνου Σουλιώτη, ως μεγαλομετόχου, και Βασίλη Κάτσου, μετόχου με ποσοστό 36%, με τους δύο συνεταίρους να έχουν αναζητήσει αγοραστή τους προηγούμενους μήνες, χωρίς να τους κατατεθεί ικανοποιητική οικονομική προσφορά.
Πηγές του κλάδου έφεραν ως πολύ πιθανό ένα νέο deal ανάμεσα στους δύο επιχειρηματίες, για την παραχώρηση του μεριδίου που κατέχει ο δεύτερος στην Παλίρροια, με τη VNK Capital, προς τον πρώτο, όπως τελικά συνέβη αυτή την εβδομάδα, καθώς προέκυψε η καταρχήν συμφωνία τους, ύψους 90 εκατ. ευρώ!
Συνεπώς, ο κ. Κάτσος αποχωρεί από την Παλίρροια. Το θέμα της εξ ολοκλήρου πώλησης της εταιρίας φαινομενικά απομακρύνεται, χωρίς να αποκλείεται…
NEW ENTRY ΣΤΗ ΛΙΣΤΑ
Ως new entry στα… σενάρια εξαγορών στον κλάδο των τροφίμων λογίζεται η Agrifreda, στην οποία δηλώνουν μετοχική παρουσία ο ιδρυτής της Γιάννης Σινιόσογλου και ένα από τα funds της EOS Capital Partners, με επικεφαλής τον Απόστολο Ταμβακάκη. Οι ισχυρές οικονομικές επιδόσεις της και το «γεμάτο» προϊοντικό portfolio της (παραγωγή πρώτων υλών ζαχαροπλαστικής, κατεψυγμένα φρούτα και λαχανικά, εμφιαλωμένο φυσικό μεταλλικό νερό, προϊόντα σοκολάτα, ταχίνι, χαλβά κ.ά.) την καθιστούν ελκυστικό επενδυτικό στόχο. Με δεδομένο ότι το fund επένδυσε το 2020, ύστερα από μια εξαετία η ώρα της αποεπένδυσης ίσως να μην αργεί…
Στην ιδιοκτησία ελληνικών funds ανήκει και η ιστορική ελαιουργία Μινέρβα από το 2019. Το θέμα της πώλησής της έχει αρχίσει να απασχολεί τόσο τον μεγαλομέτοχο Diorama I (Deca Investments) όσο και τους άλλους δύο μετόχους, EOS Capital Partners και Elikonos 2 SCA Sicar, από το 2024, δίχως να υπάρξει οριστική εξέλιξη. Ο προσδιορισμός του ύψους του πιθανού τιμήματος είναι ένα ζήτημα (σ.σ.: το Diorama I είχε πλειοδοτήσει το 2019 με ποσό 45,1 εκατ. ευρώ, έναντι της βιομηχανίας ζυμαρικών Μέλισσα Κίκιζας και του επενδυτικού family fund του Βασίλη Κάτσου). Αιτία των καθυστερήσεων φαίνεται να αποτέλεσαν -ως έναν βαθμό- και οι λίγο παλαιότερες αναταράξεις στην αγορά του ελαιολάδου. Τώρα που η αγορά έχει «στρώσει» ίσως ανοίξει ο δρόμος…
Υπό πώληση είναι από τον κλάδο των τροφίμων και ποτών και η Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης (ΕΖΑ), για την οποία είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον ο Ομιλος Μάντη το 2025 και άλλος ένας επενδυτής, πάλι από το χαρτοφυλάκιο του Diorama I, με ιδρυτή της τον Αθανάσιο Συριανό. Στην επίσημη ιστοσελίδα του fund, πάντως, οι δύο προαναφερόμενες Μινέρβα και ΕΖΑ είναι οι μόνες από τις δέκα αρχικές επενδύσεις του που συνεχίζουν να υφίστανται, τη στιγμή που έχει μάλιστα ενεργοποιηθεί το Diorama II.
Ο «παίκτης» των 2 δισ. ευρώ στα σούπερ μάρκετ και η εμπλοκή στις ιχθυοκαλλιέργειες
Δύο συμφωνίες, δύο διαφορετικές ιστορίες. Γνωστές υποθέσεις οι οποίες έχουν παρουσιάσει εξελίξεις, αλλά για άλλους λόγους η μία από την άλλη, παραμένουν ανοιχτές. Είναι αυτές της μεγάλης εξαγοράς στον χώρο των σούπερ μάρκετ της αλυσίδας ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός από τον Μασούτη και της διάσωσης του ελληνικού «βραχίονα» της εταιρίας ιχθυοκαλλιεργειών Avramar.
Το deal για την ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός εισέρχεται στην τελική του ευθεία, καθώς έπεσαν οι υπογραφές αρχές του έτους, είδε το φως της δημοσιότητας το τίμημα αυτού (100 εκατ. ευρώ, συν δάνεια 90 εκατ. ευρώ, σύνολο 190 εκατ. ευρώ) και απομένει η έγκριση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Επόμενο βήμα, η υλοποίηση του σχεδιασμού, εντός του 2026, που θα «ενώσει» τα δύο δίκτυα καταστημάτων και θα δημιουργήσει τον νέο «παίκτη» του κλάδου, με δυνητικό τζίρο 2 δισ. ευρώ ή και άνω, ικανό να διεκδικήσει την 2η θέση της ελληνικής αγοράς των σούπερ μάρκετ. Εδώ δεν αναμένονται απρόοπτα, οπότε ο χρόνος μετρά αντίστροφα, με το 2026 να ανάγεται σε κομβικό έτος για τις αλλαγές στους συσχετισμούς των δυνάμεων στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων…
Η ιστορία της Avramar ενώ έδειξε να ξεκαθαρίζει… έμπλεξε ξανά! Οι Αραβες της Aqua Bridge έλαβαν το «χρίσμα» από τις πιστώτριες τράπεζες, στο πλαίσιο της εφαρμογής ενός σχεδίου εξυγίανσης και σωτηρίας της καταχρεωμένης Avramar, σε ένα deal που αποτιμάται περί τα 230 εκατ. ευρώ (για την πώληση δανείων 410 εκατ. ευρώ, με το ανάλογο «κούρεμα»), αλλά η νέα κίνηση-σφήνα των Καναδών της Cooke, που ελέγχουν την ισπανική μητρική, περιπλέκουν πάλι την κατάσταση μέχρι νεωτέρας και της δίνουν νομικές προεκτάσεις!
Το «no deal» που φέρνει νέες αναζητήσεις…
Ενα deal που χάλασε στο «παρά πέντε» δημιουργεί την προσμονή… εξελίξεων σε ακόμα ένα μέτωπο της εγχώριας αγοράς των τροφίμων.
Την τελευταία ημέρα του χρόνου, κυριολεκτικά και χωρίς καμία υπερβολή, την 31η Δεκεμβρίου του 2025, έγινε γνωστό ότι ματαιώθηκε η εξαγορά του 40% της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Bazaar από τον Ομιλο AVE, συμφερόντων Νίκου και Γιάννη Θ. Βαρδινογιάννη, και ειδικότερα από τη θυγατρική του, τη Retail & More. Θεωρητικά και πρακτικά, παρά την απρόσμενη, τότε, για πολλούς αρνητική εξέλιξη, το θέμα παραμένει «ανοιχτό» και προς τις δύο… κατευθύνσεις του: το «no deal» δεν αποτρέπει τον μεν Ομιλο AVE από αναζητήσεις για νέες εξαγορές, ούτε τη δε Bazaar από πιθανές συζητήσεις με άλλους ενδιαφερομένους, εφόσον οι αρχικές προθέσεις και των δύο πλευρών ήταν αυτές.
Περίπου δύο μήνες μετά τα γεγονότα είναι νωπά, αλλά τίποτα δεν αποκλείει το 2026 να φέρει εξελίξεις από αλλού για τους δύο μέχρι πρότινος συνομιλητές. Υπενθυμίζεται ότι η AVE είχε υπογράψει με τον μέτοχο της Bazaar μη δεσμευτικό μνημόνιο συνεργασίας από τις 13 Ιουνίου του 2025, με στόχο την επέκταση της Carrefour, πηγές προσδιόριζαν το σχετικό τίμημα μεταξύ 22-32 εκατ. ευρώ και στις 31 Δεκεμβρίου του 2025 η συμφωνία τελικώς ματαιώθηκε.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 6/3/2026)



