Συγκρατημένη έως επιφυλακτική είναι η αντίδραση της αγοράς στο νέο πακέτο στήριξης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους των επιχειρήσεων, καθώς εκτιμάται ότι τα μέτρα δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις σημερινές συνθήκες και το αυξημένο ενεργειακό κόστος που καταγράφεται στην Ευρώπη.
Παρότι το συνολικό ύψος των παρεμβάσεων φτάνει τα 700 εκατ. ευρώ σε ορίζοντα πενταετίας, η δομή του πακέτου βασίζεται κυρίως σε ήδη υφιστάμενους μηχανισμούς, ενώ οι νέες παρεμβάσεις εμφανίζονται περιορισμένες ως προς το άμεσο όφελος για τις επιχειρήσεις.
ΠΑΚΕΤΟ ΜΕΤΡΩΝ
Ο βασικός κορμός των μέτρων αφορά τον μηχανισμό αντιστάθμισης του κόστους εκπομπών CO2, ο οποίος εφαρμόζεται εδώ και χρόνια και καλύπτει συγκεκριμένες ενεργοβόρες βιομηχανίες. Στο πλαίσιο αυτό, αυξάνεται ο εθνικός συντελεστής εκπομπών, οδηγώντας σε πρόσθετη ενίσχυση περίπου 75 εκατ. ευρώ ετησίως για την περίοδο 2026-2030.
Παράλληλα, προβλέπεται μείωση κατά 50% των χρεώσεων Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) από την 1η Ιουλίου 2026, καθώς και χρηματοδότηση ύψους 200 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού για επενδύσεις σε εξοικονόμηση ενέργειας και εξηλεκτρισμό, με προϋπόθεση τουλάχιστον 10% εξοικονόμηση ενέργειας ανά επενδυτικό σχέδιο.
Δείτε περισσότερα: Λίγα και κατώτερα των αναγκών τα μέτρα για τη βιομηχανία
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ ΟΦΕΛΟΣ
Η παρέμβαση στις ΥΚΩ αποτελεί τη βασική νέα ενίσχυση για ένα ευρύτερο σύνολο επιχειρήσεων, ωστόσο το οικονομικό αποτύπωμά της παραμένει μικρό. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η μείωση αυτή μεταφράζεται σε όφελος μόλις 0,2 έως 0,3 λεπτά ανά κιλοβατώρα για περίπου 23.000 επιχειρήσεις.
Το αποτέλεσμα χαρακτηρίζεται περιορισμένο, ειδικά σε μια περίοδο όπου το ενεργειακό κόστος παραμένει αυξημένο και επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
ΑΛΛΑΓΗ ΣΥΝΘΗΚΩΝ
Καθοριστικός παράγοντας για την κριτική που ασκείται είναι ότι ο σχεδιασμός των μέτρων βασίστηκε σε διαφορετικές ενεργειακές συνθήκες. Όταν ξεκίνησαν οι συζητήσεις, οι τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας κινούνταν σε χαμηλότερα επίπεδα, γεγονός που διαφοροποιεί σημαντικά τις σημερινές ανάγκες.
Η μεταβολή των τιμών και η αυξημένη μεταβλητότητα στην αγορά ενέργειας εντείνουν την πίεση στις επιχειρήσεις, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα παρεμβάσεων που δεν έχουν προσαρμοστεί εγκαίρως.
ΘΕΣΕΙΣ ΑΓΟΡΑΣ
Από την πλευρά της βιομηχανίας, ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, σημείωσε ότι το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υπογραμμίζοντας ότι η συζήτηση για τα μέτρα διήρκεσε πάνω από επτά μήνες.
Όπως ανέφερε, τα μέτρα δεν επιλύουν το πρόβλημα, αλλά συνιστούν ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, με διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με το αν μια επιχείρηση εντάσσεται στον μηχανισμό αντιστάθμισης CO2.
Ο ίδιος επεσήμανε ότι για τις μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες που λαμβάνουν αντιστάθμιση, η παρέμβαση μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, χωρίς όμως να καλύπτει πλήρως τις ανάγκες τους.
Αντίθετα, για τις μικρότερες επιχειρήσεις, τα οφέλη είναι σαφώς περιορισμένα. Τόνισε επίσης ότι η διαβούλευση με την κυβέρνηση συνεχίζεται, με προτάσεις όπως η διακοψιμότητα και άλλες παρεμβάσεις που δεν επιβαρύνουν κατ’ ανάγκη τον προϋπολογισμό, ενώ αναμένεται η εξειδίκευση του προγράμματος των 200 εκατ. ευρώ.
Δείτε περισσότερα: Τι δήλωσε ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος (ΣΕΒ) για τα μέτρα στήριξης της βιομηχανίας
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων, χαρακτήρισε τα μέτρα καλοδεχούμενα αλλά ανεπαρκή, επισημαίνοντας ότι η μείωση των ΥΚΩ δεν καλύπτει την πλειονότητα των βιομηχανιών που δεν εντάσσονται στον μηχανισμό αντιστάθμισης.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η αποτελεσματικότητα του βασικού εργαλείου εξαρτάται από τη συνέπεια του κράτους, καθώς τα προηγούμενα χρόνια δεν αποδόθηκαν πλήρως τα προβλεπόμενα ποσά από τα έσοδα των δικαιωμάτων CO2.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η διοίκηση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), η οποία χαρακτηρίζει τα μέτρα ευπρόσδεκτα αλλά όχι επαρκή.

Όπως επισημαίνει η πρόεδρος του ΣΒΕ, Λουκία Σαράντη, κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο δεν αντιμετωπίζουν το διαρθρωτικά υψηλό κόστος ενέργειας στην Ελλάδα, ούτε καλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες της βιομηχανίας.
Ο ΣΒΕ τονίζει ότι απαιτούνται πιο μόνιμες και διαρθρωτικές λύσεις, που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής σε ένα περιβάλλον αυξημένων ενεργειακών και γεωπολιτικών πιέσεων.
ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ
Η ανακοίνωση του πακέτου συνοδεύτηκε και από καθυστερήσεις, που αποδίδονται στη μακρά διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η διαδικασία διήρκεσε αρκετούς μήνες, μεταθέτοντας χρονικά την εφαρμογή των μέτρων.
Παράλληλα, οι περιορισμοί του ευρωπαϊκού πλαισίου δεν επιτρέπουν τον συνδυασμό διαφορετικών μορφών ενίσχυσης, όπως η ταυτόχρονη επιδότηση της κιλοβατώρας και η αντιστάθμιση CO2, περιορίζοντας τα περιθώρια πιο άμεσων παρεμβάσεων.
ΕΠΟΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η ανάγκη επανεξέτασης των μέτρων, με στόχο την καλύτερη προσαρμογή τους στις τρέχουσες συνθήκες. Οι συζητήσεις μεταξύ κυβέρνησης και βιομηχανίας συνεχίζονται, με το επόμενο διάστημα να θεωρείται κρίσιμο για πιθανές βελτιώσεις στο πλαίσιο στήριξης.



