Την ανάγκη να τεθεί η παραγωγικότητα ως κεντρική εθνική προτεραιότητα ανέδειξε ο ΣΕΒ, στο πλαίσιο συνέντευξης Τύπου που πραγματοποιήθηκε με αφορμή τη νέα μελέτη του ΙΟΒΕ για την ελληνική οικονομία.
Τη μελέτη παρουσίασε ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, ενώ ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, συζήτησε τα βασικά ευρήματα και αναφέρθηκε στις προκλήσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα.
Παραγωγικότητα στα επίπεδα του 2000
Η μελέτη καταγράφει ότι, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει ουσιαστικά στα επίπεδα του 2000, σε αποπληθωρισμένους όρους, ενώ η απόσταση από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευρυνθεί.
Σήμερα, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο αντιστοιχεί στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ ανά ώρα εργασίας περιορίζεται στο 43%, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ.
Ανάπτυξη χωρίς παραγωγικότητα
Σύμφωνα με την ανάλυση, η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 22% την περίοδο 2000–2024 προήλθε κυρίως από την αύξηση της απασχόλησης (26%) και όχι από βελτίωση της παραγωγικότητας.
Το μοντέλο αυτό, όπως επισημαίνεται, τείνει να εξαντλήσει τα όριά του λόγω της μείωσης της ανεργίας, της γήρανσης του πληθυσμού και των δυσμενών δημογραφικών τάσεων, καθιστώντας την παραγωγικότητα τον βασικό μοχλό μελλοντικής ανάπτυξης και σύγκλισης.
Θεοδωρόπουλος: «Εθνικός στόχος η παραγωγικότητα»
Ο κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος τόνισε ότι η παραγωγικότητα αποτελεί «εθνικό στόχο» και όχι απλώς τεχνικό δείκτη, υπογραμμίζοντας ότι δεν σχετίζεται με την εντατικοποίηση της εργασίας αλλά με την ικανότητα της οικονομίας να παράγει μεγαλύτερη αξία με τους ίδιους πόρους.
Όπως σημείωσε, η μελλοντική ανάπτυξη δεν μπορεί να βασιστεί στην περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης, αλλά απαιτεί επενδύσεις, καινοτομία, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και ενίσχυση των επιχειρηματικών μεγεθών.
Παράλληλα, επεσήμανε την ευθύνη τόσο των επιχειρήσεων όσο και της Πολιτείας για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, μέσω μείωσης γραφειοκρατίας, επιτάχυνσης της δικαιοσύνης και ενίσχυσης της πρόσβασης σε χρηματοδότηση.
Βέττας: «Αναγκαία η συστηματική παρακολούθηση»
Από την πλευρά του, ο Νίκος Βέττας υπογράμμισε ότι η βιώσιμη αύξηση των εισοδημάτων προϋποθέτει σταθερή άνοδο της παραγωγικότητας, ιδιαίτερα σε μια οικονομία που εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις επιπτώσεις της προηγούμενης κρίσης.
Όπως ανέφερε, κρίσιμη είναι η συστηματική παρακολούθηση των σχετικών μεγεθών και η κατανόηση των διαφορών μεταξύ κλάδων και επιχειρήσεων.
Μεγάλες αποκλίσεις σε κλάδους και επιχειρήσεις
Η μελέτη καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις παραγωγικότητας ανά κλάδο, με τον χρηματοπιστωτικό τομέα να βρίσκεται στην κορυφή, ενώ το εμπόριο και η εστίαση εμφανίζουν χαμηλότερες επιδόσεις, παρά τη μεγάλη συμμετοχή τους στην απασχόληση.
Επιπλέον, αναδεικνύεται η έντονη διαφορά μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων, καθώς οι μεγαλύτερες πλησιάζουν περισσότερο τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι πολύ μικρές και μικρές υστερούν σημαντικά.
Ενδεικτικά, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα δημιουργούν 14.000 ευρώ ανά εργαζόμενο, έναντι 42.000 ευρώ στην ΕΕ, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις φτάνουν τα 72.000 ευρώ έναντι 87.000 ευρώ στην ΕΕ.
Χαμηλές επενδύσεις και δομικά εμπόδια
Κομβικός παράγοντας για τη χαμηλή παραγωγικότητα, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων και κεφαλαίου ανά εργαζόμενο, το οποίο στην Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η μελέτη καταλήγει ότι απαιτείται ένα πλέγμα παρεμβάσεων σε επιχειρηματικό και θεσμικό επίπεδο, με έμφαση στις επενδύσεις, την τεχνολογία, την εκπαίδευση και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, ώστε να ενισχυθεί η διατηρήσιμη ανάπτυξη.



