Αδιαμφισβήτητα τα περιβόητα «κόκκινα» δάνεια την τελευταία τριετία έχουν περιοριστεί στα μέσα επίπεδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μειώθηκε το ιδιωτικό χρέος που δημιουργήθηκε στη διάρκεια της πολυετούς οικονομικής κρίσης.
ΤΟΥ Ξενοφώντος Καραβίδα
Στην κατοχή των servicers βρίσκονται δάνεια περί τα 79 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 40 δισ. ευρώ αφορούν νοικοκυριά είτε υπό τη μορφή οφειλών από καταναλωτικά δάνεια (γύρω στα 15,5 δισ. ευρώ) είτε υπό τη μορφή οφειλών από στεγαστικά δάνεια (περί τα 25 δισ. ευρώ).
Στο πλαίσιο αντιμετώπισης αυτής της κατάστασης, ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών, όπως θεσπίστηκε και εξελίχθηκε με τον ν. 4738/2020 και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του, αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα και τεχνολογικά προηγμένα εργαλεία διαχείρισης ιδιωτικού χρέους στην ελληνική έννομη τάξη. Η φιλοσοφία του μηχανισμού στηρίζεται στη χρήση οριοθετημένων ή και πόσο μάλλον τυποποιημένων αλγοριθμικών κανόνων, οι οποίοι καθορίζουν το συνολικό πλαίσιο και περιεχόμενο της πρότασης ρύθμισης μεταξύ των μερών.
Η αλγοριθμική προσέγγιση αποκλείει την ελεύθερη διαπραγμάτευση μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή και επιχειρεί να εξασφαλίσει αντικειμενικότητα, διαφάνεια και ταχύτητα. Εξαιτίας αυτού προκαλoύνται πολλάκις νομικά και πρακτικά ζητήματα, τα οποία ο ενδιαφερόμενος οφειλέτης οφείλει να κατανοήσει πλήρως πριν από την υποβολή αίτησης.
Σε αντίθεση με προηγούμενα προγράμματα ρύθμισης οφειλών, ο εξωδικαστικός μηχανισμός δεν βασίζεται σε εξατομικευμένες διαπραγματεύσεις. Η πλατφόρμα του είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να υιοθετεί συγκεκριμένους μαθηματικούς και οικονομικούς κανόνες, με γνώμονα να υπάρξει μια πρόταση ρύθμισης που να χαρακτηρίζεται βιώσιμη και win win τόσο για τον οφειλέτη όσο και για τους πιστωτές. Εξυπακούεται πως οι αλγόριθμοι λαμβάνουν υπόψη προκαθορισμένα δεδομένα και όχι υποκειμενικά στοιχεία ή ειδικές συμφωνίες εκτός συστήματος.
Ως εκ τούτου, ο εξωδικαστικός μηχανισμός, όπως λειτουργεί σήμερα, αποτελεί ένα υβριδικό σύστημα δικαίου και τεχνολογίας. Οι αλγόριθμοι προσδίδουν ταχύτητα και αντικειμενικότητα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υποκαθιστούν τον ανθρώπινο παράγοντα ή την όποια ανάγκη νομικής κρίσης και στρατηγικής επιλογής. Πέραν αυτού, η κατανόηση της αλγοριθμικής λογικής αποτελεί πλέον βασική προϋπόθεση για κάθε οφειλέτη που επιθυμεί να αξιοποιήσει τον μηχανισμό με όρους βιωσιμότητας και ασφάλειας.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία φαίνεται ότι ο εξωδικαστικός κερδίζει έδαφος ως «σωσίβιο» απέναντι σε επαχθή μέτρα, όπως ο πλειστηριασμός ή η πτώχευση. Το «μυστικό» θεωρείται η διεύρυνση της περιμέτρου ακόμα και σε νοικοκυριά μεσαίων εισοδημάτων, που πλέον μπορούν να αξιοποιήσουν τα πλεονεκτήματα των συνεχών προγραμμάτων ρυθμίσεων, δηλαδή των «κουρεμάτων» και της επέκτασης του χρονικού ορίζοντα αποπληρωμής.
Στην ουσία, μέσω του μηχανισμού οι οφειλέτες έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν τα χρέη τους, εξασφαλίζοντας μία λύση ρύθμισης που αποτρέπει τις δικαστικές διαδικασίες, παρότι κάποιες φορές ο αλγόριθμος και οι πιστωτές δεν προφέρουν βιώσιμες λύσεις. Με τις πρόσφατες βελτιωτικές παρεμβάσεις, οι οφειλέτες επωφελούνται με μείωση έως και 28% των οφειλών, με χαμηλό επιτόκιο, με αναστολή μέτρων ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τους, με έκδοση αποδεικτικού φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, με 240 δόσεις αποπληρωμής προς το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και έως 420 δόσεις προς χρηματοπιστωτικούς φορείς.
Επιπλέον, στο πλαίσιο του μηχανισμού προβλέπεται η μερική διαγραφή έως 75% επί της βασικής οφειλής προς το Δημόσιο, έως 85% επί των προσαυξήσεων των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ΑΑΔΕ και e-ΕΦΚΑ, έως 95% επί των προστίμων της ΑΑΔΕ, έως 80% επί της βασικής οφειλής, καθώς και έως 100% επί των τόκων προς τις τράπεζες και τους διαχειριστές δανείων.
Βάσει αυτού, ο μηχανισμός λειτουργεί ως εργαλείο κοινωνικής προστασίας, στηρίζοντας ευάλωτα νοικοκυριά, ενώ έχει συμβάλει στην αναστολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης για εκατοντάδες οφειλέτες, προστατεύοντας την κύρια κατοικία τους. Στην ουσία ενισχύει το κλίμα συνεργασίας στις απευθείας διαπραγματεύσεις με τους servicers, οι οποίοι κατέγραψαν αυξημένες ρυθμίσεις, δείχνοντας ότι το σύστημα ωριμάζει και οδηγεί σε πιο βιώσιμες και ουσιαστικές λύσεις για τα χρέη. Πολύ σημαντικό είναι το γεγονός πως για τους ευάλωτους οφειλέτες το νέο πλαίσιο ορίζει ως αυτόματη και υποχρεωτική την αποδοχή από τράπεζες και Δημόσιο της πρότασης αναδιάρθρωσης του χρέους τους, εφόσον έχει εκδοθεί η Βεβαίωση Ευάλωτου Οφειλέτη.
Πέραν αυτού, ο θεσμός της Δεύτερης Ευκαιρίας, ενσωματωμένος στον ελληνικό πτωχευτικό νόμο (ν. 4738/2020) με βάση την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2019/1023, επιτρέπει σε οφειλέτες να απαλλαγούν από τα χρέη τους μέσα σε μερικά χρόνια, με στόχο ένα νέο ξεκίνημα.
Σαφώς η απαλλαγή δεν παρέχεται σε κάθε περίπτωση, αλλά περιορίζεται στον «σωστό και έντιμο» οφειλέτη, δηλαδή αυτόν που δεν προκάλεσε δόλια την πτώχευση, συνεργάζεται με τα πτωχευτικά όργανα και δεν έχει ποινικές καταδίκες για σοβαρά οικονομικά αδικήματα.
Η πραγματικότητα δείχνει πως η κοινωνία βρίσκεται σε μια εποχή όπου το ιδιωτικό χρέος δεν αποτελεί απλώς οικονομικό δείκτη, αλλά καθημερινή πραγματικότητα για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Αναμφίβολα η συζήτηση γύρω από την αφερεγγυότητα βρίσκεται στο κέντρο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Τα «κόκκινα» δάνεια, οι αναδιαρθρώσεις επιχειρήσεων, η προστασία της πρώτης κατοικίας, η δεύτερη ευκαιρία των οφειλετών, το ζήτημα της διαχείρισης χρέους αναδεικνύονται σε κρίσιμο πεδίο δικαίου, οικονομικής πολιτικής και κοινωνικής συνοχής. Ως εκ τούτου, σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, η ανάγκη αποτελεσματικών μηχανισμών ρύθμισης, με στόχο βιώσιμες λύσεις και σαφή θεσμικά εργαλεία, γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 27/2/2026)



