Από τον Μάιο του 2026 η συνεχής σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα στις χώρες που περιβάλλουν τον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη αναταραχή στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου στη σύγχρονη Ιστορία. Οι συνέπειες γίνονται αισθητές σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά πουθενά πιο έντονα από ό,τι στην Ευρώπη, όπου οι εκρηκτικές αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και η αβεβαιότητα στον εφοδιασμό αναγκάζουν τις κυβερνήσεις να επανεξετάσουν πολιτικές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν πολιτικά αδιαπραγμάτευτες.
του Κωστή Σταμπολή
Μία από τις πιο εντυπωσιακές εξελίξεις που αναδύονται από την παρούσα κρίση είναι η αυξανόμενη διάθεση ορισμένων από τις πιο «πράσινες» χώρες του κόσμου να επανεξετάσουν την έρευνα υδρογονανθράκων και την εγχώρια παραγωγή ορυκτών καυσίμων ως μέρος μιας ευρύτερης και πιο ανθεκτικής ενεργειακής στρατηγικής. Κράτη που μέχρι πρόσφατα υποστήριζαν την ταχεία απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα αρχίζουν πλέον να συνειδητοποιούν ότι ένα ισορροπημένο ενεργειακό μείγμα ίσως αποτελεί την καλύτερη εγγύηση για τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή τους ασφάλεια και οικονομική σταθερότητα.
Η σημερινή κρίση έχει ουσιαστικά πυροδοτήσει αυτό που πολλοί αναλυτές περιγράφουν ως μια «δομική επανεκκίνηση» της ενεργειακής πολιτικής. Επειτα από χρόνια σχεδόν αποκλειστικής εστίασης στην απανθρακοποίηση, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής βρίσκονται ξανά αντιμέτωποι με τις σκληρές πραγματικότητες της ενεργειακής επάρκειας, της πρόσβασης σε οικονομικά ανταγωνιστικούς πόρους και της ευάλωτης γεωπολιτικής θέσεως. Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να σημειωθεί ότι σχεδόν το 60% της συνολικής ενεργειακής ζήτησης της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.) καλύπτεται από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, με το 90% αυτών να εισάγεται. Η πρόσφατη και απότομη απώλεια ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου από την περιοχή του Κόλπου ανέδειξε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τους κινδύνους που συνεπάγεται η υπερβολική εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, ακόμα και όταν οι εισαγωγές αυτές προέρχονται από διαφοροποιημένες αγορές.
Χώρες όπως η Ολλανδία, η Δανία, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και η Ελλάδα συζητούν πλέον ανοιχτά το ενδεχόμενο επέκτασης, επανεκκίνησης ή επιτάχυνσης της εγχώριας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μια τέτοια μεταστροφή θα φάνταζε σχεδόν αδιανόητη μόλις πριν από δύο ή τρία χρόνια, όταν οι περιβαλλοντικές ανησυχίες και οι κλιματικοί στόχοι κυριαρχούσαν στην πολιτική ατζέντα και η έρευνα υδρογονανθράκων παρουσιαζόταν ευρέως ως ασύμβατη με τις φιλοδοξίες της Ευρώπης για πράσινη μετάβαση. Με πολλούς πολιτικούς, συμπεριλαμβανομένου και του Ελληνα πρωθυπουργού, να χαρακτηρίζουν τους υδρογονάνθρακες τα καύσιμα του παρελθόντος.
Ωστόσο, οι πραγματικότητες της σημερινής κρίσης είναι δύσκολο να αγνοηθούν. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τη δεύτερη μεγάλη ενεργειακή κρίση μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια. Η πρώτη, που προκλήθηκε από τον πόλεμο στην Ουκρανία και την κατάρρευση των ρωσικών προμηθειών φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, είχε ήδη αναδείξει τους κινδύνους της υπερβολικής εξάρτησης από προμηθευτές εκτός Ε.Ε. Η σημερινή σύγκρουση στη Μέση Ανατολή απλώς ενίσχυσε το ίδιο δίδαγμα σε ακόμα μεγαλύτερη κλίμακα. Ακόμη μια φορά, οι χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας βρίσκονται εκτεθειμένες σε γεωπολιτικές εξελίξεις τις οποίες αδυνατούν να ελέγξουν.
Σε απάντηση αρκετές κυβερνήσεις αρχίζουν να επανεκτιμούν τον ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν οι εγχώριοι υδρογονάνθρακες μέσα σε ένα πιο ρεαλιστικό και διαφοροποιημένο ενεργειακό πλαίσιο. Το φυσικό αέριο, ειδικότερα, αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο όχι ως εμπόδιο στην ενεργειακή μετάβαση, αλλά ως στρατηγικό καύσιμο-γέφυρα ικανό να στηρίξει την ηλεκτροπαραγωγή, τη βιομηχανική δραστηριότητα και τη σταθερότητα των δικτύων, ενώ τα οι εφαρμογές ΑΠΕ συνεχίζουν να επεκτείνονται.
Αυτή η αναδυόμενη επανεξέταση πολιτικής είναι ιδιαίτερα εμφανής στη βόρεια Ευρώπη. Η Ολλανδία, η οποία είχε δεσμευτεί στη μείωση της παραγωγής φυσικού αερίου μετά το κλείσιμο του κοιτάσματος Groningen, συμμετέχει πλέον σε νέες συζητήσεις για θαλάσσιες έρευνες φυσικού αερίου. Η Δανία, παραδοσιακά μία από τις ισχυρότερες υποστηρίκτριες της πράσινης ενέργειας στην Ευρώπη, επανεξετάζει πτυχές της στρατηγικής της για τους υδρογονάνθρακες στη βόρεια Θάλασσα. Στη Γερμανία, οι ανησυχίες για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και το επίμονα υψηλό ενεργειακό κόστος οδηγούν σε εκκλήσεις για μια πιο ρεαλιστική ενεργειακή πολιτική, η οποία να περιλαμβάνει ασφαλείς εγχώριες προμήθειες φυσικού αερίου παράλληλα με τις ΑΠΕ.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, εν τω μεταξύ, έχει ήδη προχωρήσει σε βήματα στήριξης νέων ερευνών στη βόρεια Θάλασσα, υποστηρίζοντας ότι οι εγχώρια παραγόμενοι υδρογονάνθρακες έχουν χαμηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα σε σύγκριση με το εισαγόμενο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), ενώ παράλληλα ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια. Η Ελλάδα κινείται επίσης προσεκτικά προς την ίδια κατεύθυνση, με αυξανόμενο ενδιαφέρον για θαλάσσιες έρευνες φυσικού αερίου στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα του ευρύτερου ενεργειακού δυναμικού της ανατολικής Μεσογείου. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα σχεδιάζει ήδη σειρά από γεωτρήσεις, αρχίζοντας στις αρχές του 2027από το «Μπλοκ 2» στο Ιόνιο Πέλαγος, η οποία θα πραγματοποιηθεί από την κοινοπραξία της ExxonMobil, της Helleniq Energy και της Energean.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη εγκαταλείπει τους κλιματικούς της στόχους. Κάθε άλλο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνεχίζει να υπερασπίζεται σθεναρά τη μακροπρόθεσμη στρατηγική απανθρακοποίησης, με την πρόεδρο της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να υπογραμμίζει πρόσφατα τη σημασία επιτάχυνσης της καθαρής ενεργειακής μετάβασης ως μέρος της απάντησης της Ε.Ε. στην τρέχουσα ενεργειακή κρίση. Οι Βρυξέλλες εργάζονται ταυτόχρονα πάνω σε μέτρα προς ενίσχυση τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών άνθρακα, μείωσης επιβαρύνσεων για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες και την επιτάχυνση της ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αντλιών θερμότητας και ηλεκτρικών οχημάτων.
Ωστόσο, αυτό που αλλάζει είναι η αυξανόμενη αναγνώριση ότι η μετάβαση δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε διαλείπουσες ΑΠΕ χωρίς επαρκείς εφεδρείες, δυνατότητες αποθήκευσης και σταθερή παροχή. Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι ένα ενεργειακό σύστημα υπερβολικά εξαρτημένο από εισαγωγές και παραγωγή άμεσα εξαρτώμενη από τις καιρικές συνθήκες μπορεί να καταστεί εξαιρετικά ευάλωτο σε περιόδους γεωπολιτικής ή κλιματικής πίεσης.
Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν πλέον ότι η τρέχουσα κρίση επιταχύνει δύο παράλληλες τάσεις. Η πρώτη είναι η μακροπρόθεσμη στροφή προς τον εξηλεκτρισμό μέσω της ηλιακής και αιολικής ενέργειας, των μπαταριών και των «έξυπνων» δικτύων. Η δεύτερη είναι η πιο άμεση αναβίωση του ενδιαφέροντος για εγχώριους υδρογονάνθρακες ως αναγκαία σταθεροποιητική δύναμη κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Με άλλα λόγια, οι υδρογονάνθρακες και οι ΑΠΕ αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο όχι ως αντίθετες επιλογές, αλλά ως συμπληρωματικά στοιχεία ενός ευρύτερου και πιο ανθεκτικού ενεργειακού μείγματος.
Η μεταστροφή αυτή δεν περιορίζεται μόνο στην Ευρώπη. Χώρες όπως η Βραζιλία και το Μεξικό αξιολογούν επίσης πώς μπορούν να τοποθετηθούν μέσα στο ταχέως μεταβαλλόμενο παγκόσμιο ενεργειακό τοπίο. Καθώς οι παραδοσιακές προμήθειες από τον Κόλπο παραμένουν σε σύγχυση και οι χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας αναζητούν εναλλακτικούς προμηθευτές αναδύονται νέες ευκαιρίες για χώρες με ανεκμετάλλευτο δυναμικό υδρογονανθράκων.
Ταυτόχρονα, η κρίση αναδιαμορφώνει και τη συζήτηση γύρω από την ενεργειακή κυριαρχία. Για χρόνια πολλοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θεωρούσαν ότι οι παγκόσμιες αγορές και οι διαφοροποιημένες εισαγωγές αρκούσαν για την προστασία από διαταραχές εφοδιασμού. Τα πρόσφατα γεγονότα απέδειξαν το αντίθετο. Η ενεργειακή ασφάλεια σημαίνει πλέον ολοένα και περισσότερο τη διατήρηση ενός ελάχιστου βαθμού εγχώριας παραγωγικής ικανότητας, είτε πρόκειται για πετρέλαιο, φυσικό αέριο, πυρηνική ενέργεια, ΑΠΕ είτε για κρίσιμες πρώτες ύλες.
Το ερώτημα, φυσικά, είναι κατά πόσο αυτή η επανεξέταση πολιτικής θα μεταφραστεί σε συγκεκριμένες επενδύσεις και παραγωγικά έργα. Η έρευνα υδρογονανθράκων απαιτεί χρόνο, κεφάλαια, ρυθμιστική σταθερότητα και πολιτική βούληση. Ακόμα και αν επιταχυνθούν οι εγκρίσεις, ουσιαστική νέα παραγωγή από υδρογονάνθρακες στην Ευρώπη πιθανότατα θα χρειαστεί χρόνια για να υλοποιηθεί. Παράλληλα, η περιβαλλοντική αντίδραση παραμένει ισχυρή σε αρκετές χώρες και οι κυβερνήσεις θα πρέπει να ισορροπήσουν μεταξύ κλιματικών στόχων και αναγκών ενεργειακής ασφάλειας.
Παρ’ όλα αυτά, η κατεύθυνση γίνεται ολοένα και πιο σαφής. Η παρούσα κρίση υπενθύμισε στις κυβερνήσεις ότι η προσιτή και ασφαλής ενέργεια παραμένει το θεμέλιο της οικονομικής σταθερότητας, της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας και της κοινωνικής συνοχής. Χωρίς αξιόπιστη ενεργειακή προμήθεια, οι ευρύτεροι στόχοι της πράσινης μετάβασης κινδυνεύουν να καταστούν πολιτικά και οικονομικά μη βιώσιμοι.
Τελικά, αυτή η επανεξέταση αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη ωρίμανση της ενεργειακής πολιτικής. Το βασικό δίδαγμα που προκύπτει από την παρούσα αναταραχή δεν είναι ότι οι ΑΠΕ απέτυχαν, αλλά ότι η ανθεκτικότητα απαιτεί διαφοροποίηση. Ενα βιώσιμο ενεργειακό σύστημα δεν μπορεί να βασίζεται σε μία μόνο τεχνολογία, ένα μόνο καύσιμο ή έναν μόνο προμηθευτή. Πρέπει να συνδυάζει ανανεώσιμες πηγές, αποθήκευση ενέργειας, δίκτυα, πυρηνική ενέργεια και, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον, εγχώριους υδρογονάνθρακες.
Το αν αυτή η μεταστροφή θα οδηγήσει σε μια σταθερή αναβίωση της έρευνας πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Ευρώπη μένει να αποδειχθεί. Ενα όμως είναι ολοένα και πιο εμφανές: σε έναν κόσμο επαναλαμβανόμενων γεωπολιτικών κρίσεων και ασταθών ενεργειακών αγορών. Ακόμα και οι πιο «πράσινες» χώρες του κόσμου αρχίζουν να αποδέχονται ότι ο ενεργειακός ρεαλισμός μπορεί να είναι εξίσου σημαντικός με τις κλιματικές φιλοδοξίες.
*Πρόεδρος του ΙΕΝΕ και διευθυντής του Energia.gr
*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην «Εστία της Κυριακής (10/5/2026)
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (15 ΜΑΙΟΥ 2026)



