Το 2025 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο για την ελληνική αγορά Εξαγορών και Συγχωνεύσεων (Ε&Σ), καταγράφοντας τη μεγαλύτερη δραστηριότητα σε όγκο και αξία συναλλαγών από το 2008, σύμφωνα με μελέτη της PwC Ελλάδας.
Συνολικά πραγματοποιήθηκαν 181 συναλλαγές, ενώ οι πέντε μεγαλύτερες ξεπέρασαν τα 14 δισ. ευρώ. Παράλληλα, τα κεφάλαια που προσέλκυσαν οι ελληνικές επιχειρήσεις ανήλθαν σε 28 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 7,3 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2024, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική της αγοράς.
Η PwC Ελλάδας αναδείχθηκε πρώτος χρηματοοικονομικός σύμβουλος για Ε&Σ στην Ελλάδα για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο το δίκτυο της PwC κατέκτησε την πρώτη θέση βάσει αριθμού συναλλαγών.
Καθοριστικό ρόλο στην αξία της αγοράς διαδραματίζουν τα λεγόμενα megadeals (συναλλαγές άνω του 1 δισ. ευρώ), τα οποία αντιπροσωπεύουν κατά μέσο όρο περίπου το 30% της συνολικής αξίας την τελευταία πενταετία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία Allwyn – ΟΠΑΠ, ύψους 9 δισ. ευρώ.
Όπως επισημαίνουν στελέχη της PwC Ελλάδας, η δυναμική του 2025 αφορά κυρίως τους κλάδους της τεχνολογίας (ΤΜΤ), των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και της ενέργειας, με σημαντική παρουσία των ΑΠΕ. Σημαντική αύξηση σημειώθηκε και στις συναλλαγές στον κλάδο των Τροφίμων & Ποτών, με το 42% της αξίας να προέρχεται από Private Equity. Στον ασφαλιστικό κλάδο, μία στις δύο συναλλαγές αφορούσε ασφαλιστικές εταιρείες, ενώ οι επενδύσεις σε λύσεις αποθήκευσης ενέργειας (BESS) και η εξωστρέφεια των ελληνικών εταιρειών σε αγορές της ΝΑ Ευρώπης υπογραμμίζουν τη διεθνή διάσταση της αγοράς.
Οι ελληνικές τράπεζες συνέχισαν την εξυγίανση των ισολογισμών τους, με μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων στο 3,6% και πωλήσεις χαρτοφυλακίων δανείων άνω των €10 δισ., μεταξύ των οποίων και η πώληση του χαρτοφυλακίου της Attica Bank, νυν CrediaBank, Rhodium & Domus, αξίας €3,7 δισ.
Για το 2026, ήδη υπάρχουν συναλλαγές αξίας πάνω από €7 δισ., με έμφαση στους κλάδους Ενέργειας & ΑΠΕ, Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών, Τεχνολογίας, Βιομηχανίας και Τροφίμων & Ποτών, επιβεβαιώνοντας τη διατηρήσιμη ελκυστικότητα της ελληνικής αγοράς για επενδυτές.



