Αντιμέτωποι με ένα νέο κύμα επιβαρύνσεων βρίσκονται οι δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο, καθώς η ενίσχυση του νομίσματος έναντι του ευρώ αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων και επαναφέρει στο προσκήνιο τον συναλλαγματικό κίνδυνο.
Τραπεζικές πηγές επισημαίνουν ότι το ελβετικό φράγκο λειτουργεί διαχρονικά ως «ασφαλές καταφύγιο» σε περιόδους διεθνούς αβεβαιότητας, παρόμοια με τον χρυσό. Η πρόσφατη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή έχει ενισχύσει αυτή την τάση, με άμεσες συνέπειες για χιλιάδες δανειολήπτες στην Ελλάδα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες η ισοτιμία ευρώ–ελβετικού φράγκου επιδεινώθηκε κατά περίπου 3%, καθώς υποχώρησε από 0,9314 στα τέλη Δεκεμβρίου 2025 σε 0,9034 στα μέσα Μαρτίου. Η μεταβολή αυτή μεταφράζεται άμεσα σε αύξηση τόσο του υπολοίπου όσο και της μηνιαίας δόσης των δανείων.
Στην πράξη, ένα δάνειο ύψους 100.000 ελβετικών φράγκων, που αντιστοιχούσε σε 107.365 ευρώ στο τέλος του 2025, ανέρχεται πλέον σε 110.693 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση άνω του 3%. Αντίστοιχα, η μηνιαία δόση για ένα μέσο δάνειο 15ετούς διάρκειας αυξήθηκε από 648,26 ευρώ σε 668,35 ευρώ, χωρίς να έχει αλλάξει το επιτόκιο, αλλά αποκλειστικά λόγω της ισοτιμίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αυξημένο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η νέα ρύθμιση του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία ψηφίστηκε στα τέλη του 2025 και δίνει διέξοδο στους δανειολήπτες. Η ρύθμιση προβλέπει τη δυνατότητα μετατροπής των δανείων σε ευρώ με ευνοϊκούς όρους, περιλαμβάνοντας «κούρεμα» στη συναλλαγματική ισοτιμία που ξεκινά από 15% και μπορεί να φτάσει έως και 50%, ανάλογα με τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ισοτιμία «κλειδώνει» τη στιγμή υποβολής της αίτησης μετατροπής, προσφέροντας προστασία από μελλοντικές διακυμάνσεις. Παράλληλα, παρέχεται σταθερό επιτόκιο από 2,30% έως 2,90% για όλη τη διάρκεια αποπληρωμής, καθώς και δυνατότητα επιμήκυνσης έως και πέντε έτη.
Η ένταξη στη ρύθμιση μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική μείωση της μηνιαίας δόσης, που κυμαίνεται από 20% έως 42%, ανάλογα με την περίπτωση. Οι αιτήσεις υποβάλλονται μέσω της ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα.
Ενδεικτικά, η επίδραση της ρύθμισης αποτυπώνεται ως εξής:
– Στην κατηγορία “1”, με κούρεμα συναλλαγματικής ισοτιμίας κατά 50%, για υπολειπόμενο κεφάλαιο δανείου 73.795 ευρώ και επιτόκιο 2,30%, η μηνιαία δόση πριν από τη μετατροπή του δανείου από ελβετικό φράγκο σε ευρώ διαμορφώνεται στα 668,35 ευρώ (για 15 έτη). Πρόκειται για τη δόση που συνεχίζουν να καταβάλλουν όσοι παραμένουν εκτός ρύθμισης. Αντίθετα, με την ένταξη στη ρύθμιση, η δόση μειώνεται στα 388,17 ευρώ, καταγράφοντας όφελος της τάξεως του 42%.
– Στην κατηγορία “2”, με κούρεμα 30%, για υπολειπόμενο κεφάλαιο 85.148 ευρώ και επιτόκιο 2,50%, η μηνιαία δόση πριν από τη μετατροπή παραμένει στα 668,35 ευρώ. Με τη ρύθμιση και τη μετατροπή σε ευρώ, η δόση διαμορφώνεται στα 456,20 ευρώ, μειωμένη κατά 32%.
– Στην κατηγορία “3”, με κούρεμα 20%, για υπολειπόμενο κεφάλαιο 92.244 ευρώ και επιτόκιο 2,70%, η δόση πριν από τη μετατροπή ανέρχεται επίσης στα 668,35 ευρώ, ενώ έπειτα από τη μετατροπή μειώνεται στα 503,31 ευρώ, σημειώνοντας πτώση κατά 25%.
– Στην κατηγορία “4”, με κούρεμα 15%, για υπολειπόμενο κεφάλαιο 96.255 ευρώ και επιτόκιο 2,90%, η μηνιαία δόση από 668,35 ευρώ περιορίζεται στα 534,79 ευρώ, ήτοι μειώνεται κατά 20%.
Σημειώνεται ότι η ρύθμιση καλύπτει τόσο ενήμερα και εξυπηρετούμενα δάνεια όσο και οφειλές με καθυστέρηση άνω των 90 ημερών, υπό την προϋπόθεση ότι οι δανειολήπτες θα προχωρήσουν προηγουμένως σε ρύθμιση των οφειλών τους, είτε μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού είτε με διμερή συμφωνία με τον πιστωτή.
Ωστόσο, η δυνατότητα ένταξης στη ρύθμιση ισχύει για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Για την πλειονότητα των δανειοληπτών, η σχετική προθεσμία λήγει στις 19 Αυγούστου εφέτος, ενώ για όσους δεν απαιτείται κατάταξη σε κατηγορία, η προθεσμία εκπνέει στις 19 Ιουνίου 2026.




