Όταν οι ηγέτες απευθύνονται στους πολίτες σε περιόδους πολέμου, δεν περιορίζονται στην καταγραφή των γεγονότων· επιχειρούν να διαμορφώσουν το νόημά τους. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε σε τηλεοπτικό του διάγγελμα τη σύγκρουση με το Ιράν ως μια δύσκολη αλλά αναγκαία επιχείρηση, η οποία, όπως υποστήριξε, βαδίζει προς θετική έκβαση. Ωστόσο, ανάλυση των New York Times σκιαγραφεί μια πιο σύνθετη και αβέβαιη πραγματικότητα.
Σύμφωνα με την εφημερίδα, ορισμένα στοιχεία της αφήγησης περί αμερικανικής υπεροχής ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Οι αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις έχουν εξασφαλίσει αεροπορική κυριαρχία, πλήττοντας καίρια τις στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης και την πολεμική της βιομηχανία. Παράλληλα, οι επιθέσεις ανέδειξαν σοβαρές αδυναμίες των ιρανικών υπηρεσιών πληροφοριών, επιτρέποντας στοχευμένα πλήγματα σε κορυφαία πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη, ακόμη και στον ανώτατο ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, από τα πρώτα στάδια της εκστρατείας.
Ωστόσο, το βασικό διακύβευμα της σύγκρουσης δεν ήταν ποτέ η δυνατότητα πλήγματος του Ιράν, αλλά το κατά πόσο αυτό θα οδηγούσε σε πολιτική υποταγή. Μέχρι στιγμής, κάτι τέτοιο δεν έχει επιτευχθεί. Οι εκτιμήσεις περί αλλαγής καθεστώτος διαψεύστηκαν, καθώς η εξουσία παραμένει στα χέρια της ίδιας πολιτικής ελίτ, με ενίσχυση μάλιστα πιο σκληροπυρηνικών στρατιωτικών κύκλων.
Παρά τις απώλειες, η Τεχεράνη συνεχίζει να διατηρεί επιχειρησιακή ικανότητα, εξαπολύοντας επιθέσεις με drones και πυραύλους κατά του Ισραήλ και συμμάχων των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο. Το πιο κρίσιμο στοιχείο, όμως, είναι η δυνατότητά της να επηρεάζει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, μεταβάλλοντας τους όρους της σύγκρουσης και ασκώντας πίεση στην παγκόσμια οικονομία.
Όπως επισημαίνουν οι New York Times, το Ιράν, αν και αδυνατεί να επικρατήσει σε μια συμβατική σύγκρουση, μπορεί να παρατείνει τον πόλεμο, να αυξήσει το κόστος του και να κρατά τους αντιπάλους του σε στρατηγική ομηρία, χωρίς να διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής.
Παράλληλα, οι στρατηγικές που έχει υιοθετήσει η Ουάσινγκτον για να πιέσει την Τεχεράνη —όπως οι απειλές κατά της ενεργειακής της υποδομής, η υποβάθμιση της σημασίας των διαταραχών στη ναυσιπλοΐα και η προσδοκία φυσικής αποκλιμάκωσης μετά το τέλος των επιχειρήσεων— δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Αν και πολλοί εκτιμούσαν ότι ένα καθεστώς ήδη επιβαρυμένο από κυρώσεις, διαφθορά και κοινωνική δυσαρέσκεια θα κατέρρεε υπό ισχυρή στρατιωτική πίεση, η πραγματικότητα φαίνεται διαφορετική. Αντί για αποσταθεροποίηση, ο πόλεμος έχει ενισχύσει τη ρητορική της ιρανικής ηγεσίας, η οποία εμφανίζεται πλέον ως υπερασπιστής ενός πολιορκημένου έθνους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ντόναλντ Τραμπ καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε τρεις βασικές στρατηγικές. Η πρώτη είναι η κλιμάκωση της σύγκρουσης, ακόμη και με ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων. Ένα τέτοιο σενάριο, ωστόσο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη ανάφλεξη, με το Ιράν να απαντά μέσω ναρκοθέτησης των Στενών του Ορμούζ και επιθέσεων κατά αμερικανικών στόχων και υποδομών στον Κόλπο.
Η δεύτερη επιλογή αφορά τη συνέχιση των στοχευμένων πληγμάτων με στόχο την περαιτέρω αποδυνάμωση του Ιράν και εν συνεχεία την αποχώρηση. Αν και αυτό φαίνεται να αποτελεί την άμεση κατεύθυνση της Ουάσινγκτον, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη σταθερότητα της περιοχής και την παγκόσμια οικονομία, καθώς ένα αποδυναμωμένο αλλά επιθετικό Ιράν θα μπορούσε να συνεχίσει να προκαλεί αναταράξεις.
Η τρίτη επιλογή είναι η διπλωματική λύση μέσω συμφωνίας. Ωστόσο, οι βαθιές διαφορές μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ως προς τους όρους μιας πιθανής συμφωνίας καθιστούν προς το παρόν αυτό το ενδεχόμενο εξαιρετικά δύσκολο.
Η σύγκρουση, όπως καταλήγουν οι New York Times, παραμένει ανοιχτή και απρόβλεπτη, με τις εξελίξεις να καθορίζονται όχι μόνο από τη στρατιωτική ισχύ, αλλά και από την ικανότητα κάθε πλευράς να αντέχει και να προσαρμόζεται σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς.



