Λίγα και κατώτερα των αναγκών τα μέτρα για τη βιομηχανία

Το συμπέρασμα που προκύπτει από την πρώτη ανάλυση των μέτρων είναι ότι η κυβέρνηση έφερε ένα πακέτο που μπορεί να λειτουργήσει επικοινωνιακά ως «παρέμβαση», αλλά δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει οικονομικά ως πραγματικό αντίβαρο στο ενεργειακό βάρος της βιομηχανίας

Η κυβέρνηση επιχείρησε σήμερα να εμφανίσει ως απάντηση στο ενεργειακό αδιέξοδο της βιομηχανίας ένα πακέτο 300 εκατ. ευρώ. Ομως, πίσω από τον εντυπωσιακό συνολικό αριθμό κρύβεται μια πολύ πιο φτωχή πραγματικότητα αφού το άμεσο σκέλος για τη μείωση του ενεργειακού κόστους περιορίζεται σε μόλις 100 εκατ. ευρώ τον χρόνο, ενώ τα υπόλοιπα 200 εκατ. ευρώ αφορούν επενδυτικό πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης και όχι άμεση ανακούφιση των επιχειρήσεων που σήμερα ασφυκτιούν από τους λογαριασμούς.

Αυτό είναι και το βασικό πρόβλημα της κυβερνητικής παρέμβασης που πάλι μένει σε ένα επικοινωνιακό περιτύλιγμα και όχι στην ουσία. Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται ως σχέδιο στήριξης, αλλά στην πράξη το μεγαλύτερο μέρος της δεν πηγαίνει στο «εδώ και τώρα». Από τα 300 εκατ. ευρώ, τα 100 εκατ. ευρώ ετησίως για τα επόμενα πέντε χρόνια αποτελούν τον πρώτο πυλώνα, δηλαδή τη μείωση του ενεργειακού κόστους, ενώ ο δεύτερος πυλώνας είναι ένα πρόγραμμα 200 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού για στρατηγικές επενδύσεις, με παρεμβάσεις όπως συστήματα ενεργειακής διαχείρισης, αναβάθμιση εξοπλισμού, αποθήκευση ενέργειας, ανάκτηση θερμότητας και εξηλεκτρισμό διεργασιών.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύνθεση του πρώτου πυλώνα. Το μεγαλύτερο μέρος του, περίπου 75 εκατ. ευρώ τον χρόνο, προκύπτει από τον νέο συντελεστή για την αντιστάθμιση των εκπομπών CO2, ο οποίος για την περίοδο 2026-2030 ανεβαίνει στο 0,82 από 0,58 τόνους ανά μεγαβατώρα. Το υπόλοιπο αφορά τη μείωση κατά 50% των χρεώσεων Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) για 23.000 βιομηχανίες μέσης και υψηλής τάσης, με ετήσιο οικονομικό αποτέλεσμα 26 εκατ. ευρώ. Με απλά λόγια, το κομμάτι που μοιράζεται σε ένα πολύ μεγάλο εύρος επιχειρήσεων είναι εξαιρετικά περιορισμένο για να αλλάξει ουσιαστικά την εικόνα κόστους.

ΧΡΕΩΣΕΙΣ

Πιο αναλυτικά, στις ΥΚΩ οι νέες χρεώσεις πέφτουν για παράδειγμα από 4,14 σε 2,07 ευρώ/MWh για τη βιομηχανία υψηλής τάσης και για βιομηχανική χρήση μέσης τάσης άνω των 13 GWh, από 6,91 σε 3,45 ευρώ/MWh για βιομηχανική χρήση μέσης τάσης και από 18,24 σε 9,12 ευρώ/MWh για βιομηχανική χρήση χαμηλής τάσης. Πρόκειται ασφαλώς για μια μείωση, αλλά το ίδιο το κυβερνητικό υλικό υπολογίζει το συνολικό όφελος στα 26 εκατ. ευρώ ετησίως. Για 23.000 καταναλωτές, αυτό από μόνο του δεν συνιστά ανατροπή συσχετισμών.

Υπάρχει και μια δεύτερη αδυναμία, η καθυστέρηση. Αφενός τα μέτρα ανακοινώθηκαν έξι μήνες μετά την πρώτη εξαγγελία του πρωθυπουργού από το βήμα του ΣΕΒ, αφετέρου η μείωση των ΥΚΩ ξεκινά από 1η Ιουλίου και το πρόγραμμα του Ταμείου Εκσυγχρονισμού τοποθετείται χρονικά από τον Ιούνιο του 2026.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από την πρώτη ανάλυση των μέτρων είναι ότι η κυβέρνηση έφερε ένα πακέτο που μπορεί να λειτουργήσει επικοινωνιακά ως «παρέμβαση», αλλά δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει οικονομικά ως πραγματικό αντίβαρο στο ενεργειακό βάρος της βιομηχανίας. Οι επενδύσεις εξοικονόμησης είναι αναγκαίες, όμως δεν πληρώνουν τους σημερινούς λογαριασμούς. Και οι άμεσες ελαφρύνσεις, όσο κι αν παρουσιάζονται ως δύο πυλώνες στήριξης, μοιάζουν περισσότερο με ασπιρίνη σε χρόνια νόσο παρά με θεραπεία που αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού.

Advertisement 5










Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ








Advertisement 5


Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ