Στην επόμενη φάση της διελκυστίνδας ΗΠΑ – Ιράν έχουν περάσει και οι επενδυτές. Από το ράλι ανακούφισης που πυροδότησε η ανακοίνωση της εκεχειρίας μεταξύ των εμπλεκομένων στον νέο γύρο ανησυχιών, μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων στο Ισλαμαμπάντ, και ξανά σε διαδικασία συνομιλιών οι δύο πλευρές, η εξέλιξη της όλης κατάστασης φαίνεται να ακολουθεί ένα μοτίβο που είχε συνεκτιμηθεί στις αγορές.
ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΛΑΝΤΑΛΙ
Σε κάθε πόλεμο γίνεται τουλάχιστον μια προσπάθεια για διαπραγμάτευση. Aπό τα μέχρι τώρα δεδομένα (16/4) ο Τραμπ φαίνεται πως θέλει να έχει στα χέρια του συμφωνία πριν από τις 28-29 Απριλίου που συνεδριάζει η FED. Το ερώτημα είναι πού βρισκόμαστε τώρα. Η ευφορία των αγορών (μετοχές, πετρέλαιο, ομόλογα) για το ενδεχόμενο να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ ήταν ως έναν βαθμό δικαιολογημένη. Ομως, όπως σημειώνει ο Γιώργος Λαγαρίας, η αλήθεια είναι πως βρισκόμαστε πολύ μακριά από μια επίλυση του προβλήματος και ακόμα μακρύτερα από την επιστροφή στο προηγούμενο status quo, της απρόσκοπτης διέλευσης των Στενών. Το Ιράν αξιώνει 1 εκατ. δολ. για ασφαλή διέλευση πλοίων, ακόμα και κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας, ενώ κάποιες μικρότερης κλίμακας εχθροπραξίες συνεχίζονται. Το ιρανικό καθεστώς έμαθε τις συνέπειές του να «παίξει» το μοναδικό χαρτί του και φάνηκε διατεθειμένο να τις ανεχτεί. Μόνο όταν απειλήθηκε με «πολιτισμική καταστροφή», κάτι που έμοιαζε αμυδρά με πυρηνική απειλή, δέχτηκε να καθίσει στο τραπέζι, και πάλι με μαξιμαλιστικές απαιτήσεις. Οι ΗΠΑ, πάλι, έδειξαν λιγότερο αποφασιστικές. Η πραγματικότητα, λοιπόν, είναι ότι, εκτός πυρηνικού πολέμου, οι πολιτικές και οικονομικές συνέπειες για τις ΗΠΑ και η απειλή ότι αυτές πλέον μπορεί να χειροτερέψουν εκθετικά τις έβαλε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με μειονέκτημα.
Ο Chief Economist Director της Forvis Mazars Economics θυμίζει ότι οι εκεχειρίες δεν τελειώνουν τους πολέμους. Είτε δημιουργούν τις πολιτικές συνθήκες για να τερματιστούν οι εχθροπραξίες είτε όχι. Τα τελευταία 100 χρόνια το 50%-60% των εκεχειριών απέτυχε μακροπρόθεσμα να τερματίσει τις εχθροπραξίες. Εκτός από ειρήνη, συχνά το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ατελέσφορο, με αποτέλεσμα ο πόλεμος να γίνει «ψυχρός» ή απλώς να συνεχιστεί με μεγαλύτερη ένταση. Τι ξεχωρίζει τις επιτυχημένες εκεχειρίες;
– Εγγυήσεις τρίτων χωρών (δύσκολο όταν η Αμερική είναι ένας εκ των άμεσα εμπλεκομένων).
– Συμφωνίες διαμοιρασμού της εξουσίας (χρειάζεται συμμετοχή και άλλων χωρών του Κόλπου).
– Οικονομικά κίνητρα για αποφυγή επανέναρξης εχθροπραξιών.
– Πολεμική κόπωση και από τις δύο πλευρές.
Αντικειμενικά, λοιπόν, είναι δύσκολη μια άμεση επίλυση. Ρεαλιστικά είναι δύσκολο το Ιράν, με πλεονέκτημα και πιθανόν πλέον πιο ενεργή στήριξη της Κίνας, να παραδώσει πίσω τον έλεγχο των Στενών απρόσκοπτα. Η απαίτησή του για θεσμοθετημένη διατήρηση του ελέγχου και «διοδίων» και η απάντηση του Λευκού Οίκου πως «το σχέδιο του Ιράν είναι μια βάση με την οποία μπορούμε να δουλέψουμε» θα έπρεπε να θορυβήσει τους επενδυτές, όχι να τους καθησυχάσει, καθώς βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματικά κακή λύση, τη διατήρηση του ελέγχου από το καθεστώς.
Οι αγορές, βέβαια, σε μια τέτοια περίπτωση, έχουν δευτερεύουσα σημασία. Απλώς ακολουθούν τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Οι αποδόσεις τους δεν προοιωνίζονται κανένα αποτέλεσμα. Αυτό που πρέπει να γνωρίζουν οι επιχειρήσεις και οι επενδυτές είναι πως με τα Στενά κλειστά για πάνω από τέσσερις εβδομάδες ήδη η παγκόσμια οικονομία θα νιώθει τις συνέπειες έως το τέλος του έτους. Σε περίπτωση επανα-κλεισίματος των Στενών χωρίς ορατό τέλος, τότε οι αρνητικές συνέπειες αυξάνονται εκθετικά.
Προφανώς αυτά τα γνωρίζει ο Τραμπ, γι’ αυτό και επανήλθε με σκληρές θέσεις (για ναυτικό αποκλεισμό λιμανιών του Ιράν), περνώντας στην επόμενη φάση. Πλέον για την Ουάσινγκτον «κόκκινη γραμμή» θα μπορούσε να αποτελέσει η αποδοχή ενός καθεστώτος ελεγχόμενης ναυσιπλοΐας (με τη συμμετοχή της Τεχεράνης), που θα «τιμολογούνταν» σε δολαριακούς όρους (όπως εξηγούσε ο Κώστας Ράπτης στην «Εστία της Κυριακής», αναλύοντας τη βαθμολογία του πολέμου από τον Ισραηλινο-αμερικανό γεωπολιτικό μελετητή Σαϊέλ Μπεν Εφραίμ).
Προειδοποιήσεις του επικεφαλής της JP Morgan για εκτόξευση του γεωπολιτικού ρίσκου
Η ανοιχτή παρέμβαση υπέρ της αμερικανο-ισραηλινής στρατιωτικής επιχείρησης εναντίον του Ιράν από τον Jamie Dimon μπορεί να ξέφυγε από την «πολιτικώς ορθή» γραμμή που παραδοσιακά ακολουθείται στη Wall Street, πλην όμως απηχεί έναν ευρύτερο προβληματισμό που επικρατεί διεθνώς και δη στη Δύση και στους συμμάχους της.
Για τον επικεφαλής της JPMC ενδεχόμενη αποτυχία αποτροπής του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν συνιστά μακροπρόθεσμα σοβαρότατο κίνδυνο, καθώς το γεωπολιτικό ρίσκο θα παραμείνει υψηλό και για μακρύ χρονικό διάστημα. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον Jamie Dimon είναι ένας πόλεμος που δεν τελειώνει, μια κατάσταση αυξημένου ρίσκου, όπου τόσο η πυρηνική απειλή (στα χέρια της Τεχεράνης) όσο και η αποδοχή μαξιμαλιστικών όρων που αφορούν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, το ελεύθερο εμπόριο, συνδυαστικά με την επιβολή… διοδίων από το Ιράν, με ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός -ανά πάσα στιγμή- εκβιασμού από την πλευρά των Ιρανών. Ενδεχόμενο απευκταίο για τη Δύση αλλά και για τους πετρομονάρχες του Κόλπου (σ.σ.: ενδεικτική η αλλαγή στάσης του Ριάντ, που πιέζει την Ουάσινγκτον για σκληρότερη δράση…), καθώς όλοι οι εμπλεκόμενοι γνωρίζουν πως οι εξελίξεις οδηγούν στην επόμενη, τρίτη και… φαρμακερή φάση της αναμέτρησης Ουάσινγκτον – Πεκίνου. Γι’ αυτό και οι απειλές Τραμπ προς την κινεζική ηγεσία για τη συνέχιση του εξοπλισμού των Ιρανών.
Στην τελική, η παρουσία και μόνο του Jamie Dimon στο FOX (στην εκπομπή «Fox & Friends)» πολύ δε περισσότερο η ξεκάθαρα «μιλιταριστική» τοποθέτησή του είναι ενδεικτική, μη αφήνοντας πολλά περιθώρια παρερμηνείας.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (17 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)



