Ο κλάδος των γαλακτοκομικών προϊόντων στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έντονη πολυδιάσπαση, καθώς περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό παραγωγικών και εισαγωγικών επιχειρήσεων που διαφοροποιούνται ως προς το μέγεθος, τα κανάλια διανομής και την κάλυψη της αγοράς. Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του κόστους των εταιρειών έχει η τιμή της πρώτης ύλης, δηλαδή του γάλακτος, η οποία επηρεάζει άμεσα και την τελική τιμή των προϊόντων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ICAP CRIF, οι τιμές πώλησης όλων των κατηγοριών γάλακτος έχουν καταγράψει σημαντική άνοδο την περίοδο 2021-2025, αν και την τελευταία διετία εμφανίζονται τάσεις μερικής αποκλιμάκωσης.
Η Διευθύντρια Οικονομικών Μελετών & Εκδόσεων της ICAP CRIF, Σταματίνα Παντελαίου, επισημαίνει ότι το ελληνικό γιαούρτι αποτελεί το σημαντικότερο εξαγώγιμο γαλακτοκομικό προϊόν της χώρας και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά προϊόντα διεθνώς. Όπως αναφέρει, η παραγωγή γιαουρτιού έχει διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, με την αύξηση να οφείλεται κυρίως στη δυναμική των εξαγωγών.
Για το 2025, η παραγωγή γιαουρτιού εμφανίζεται ενισχυμένη κατά περίπου 30%, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη ισχυρή ζήτηση στις διεθνείς αγορές. Αντίθετα, η παραγωγή και κατανάλωση φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος (εξαιρουμένων των ροφημάτων) εκτιμάται ότι παρέμεινε σχεδόν στάσιμη, με οριακή μείωση 0,6%.
Ιδιαίτερη βαρύτητα στην εγχώρια αγορά έχει το ισοδύναμο συμπυκνωμένο γάλα, το οποίο κατέχει μερίδιο 37% το 2025, διατηρώντας την πρώτη θέση μεταξύ των κατηγοριών γάλακτος.
Από την πλευρά της, η Senior Consultant της ICAP CRIF, Ιωάννα Στρατουδάκη, αναφέρει ότι η εγχώρια αγορά γαλακτοκομικών παρουσίασε συνολικά ήπια άνοδο το 2025 στις περισσότερες κατηγορίες. Τη μεγαλύτερη αύξηση κατέγραψε το συμπυκνωμένο γάλα (+12,6%), το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στην επαγγελματική εστίαση, καθώς και το ξινόγαλο και τα γαλακτοκομικά ροφήματα (+9,5%), τα οποία ενισχύθηκαν από τη στροφή των καταναλωτών σε προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας και εμπλουτισμένα με πρωτεΐνη.
Σε επίπεδο επιχειρηματικών μεγεθών, ανάλυση δείγματος 20 παραγωγικών εταιρειών για τη διετία 2023-2024 δείχνει αύξηση πωλήσεων κατά 6,9% το 2024. Ωστόσο, τα μικτά κέρδη υποχώρησαν κατά 2,6% λόγω αυξημένου κόστους πωλήσεων, ενώ τα EBITDA μειώθηκαν κατά 6,7% στα 146,1 εκατ. ευρώ.
Παρά τη μείωση της κερδοφορίας, 12 από τις 20 εταιρείες παρέμειναν κερδοφόρες το 2024, έναντι 15 την προηγούμενη χρονιά, υπογραμμίζοντας τις πιέσεις που εξακολουθεί να δέχεται ο κλάδος.




