Οι προτεινόμενες λύσεις παραμένουν έντονα προσανατολισμένες προς την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, αντί να αντιμετωπίσουν τους άμεσους περιορισμούς στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου
του Κωστή Σταμπολή*
Σήμερα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή παγκόσμια ενεργειακή κρίση υπό το βάρος της κλιμακούμενης γεωπολιτικής έντασης και των διαρθρωτικών ανισορροπιών της αγοράς. Από τη μία πλευρά, η σκλήρυνση της στάσης του Ιράν και το επ’ αόριστον κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχουν διαταράξει σοβαρά ένα από τα πιο κρίσιμα ενεργειακά «σημεία συμφόρησης» παγκοσμίως. Από την άλλη, ο ναυτικός αποκλεισμός των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου από το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ έχει επιδεινώσει τους περιορισμούς στην προσφορά, δημιουργώντας αυτό που μπορεί να περιγραφεί μόνο ως μια «τέλεια καταιγίδα» για τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.
Ως αποτέλεσμα, οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι οποίες αυξάνουν πλέον σταθερά, ανταποκρινόμενες στις παρουσιαζόμενες ελλείψεις στην αγορά, εισέρχονται σε αχαρτογράφητα νερά, με τη μεταβλητότητα να αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της παρούσας συγκυρίας.
Μεγάλες ενεργειακές εταιρίες εμπορίας προειδοποιούν ήδη για περαιτέρω αναταράξεις. Η σύγκλιση της γεωπολιτικής αστάθειας στη Μέση Ανατολή με την εποχική επιβράδυνση της ζήτησης έχει δημιουργήσει μια παράδοξη κατάσταση: αποδυνάμωση της κατανάλωσης παράλληλα με τη σύσφιξη της προσφοράς. Οι ηγέτες της αγοράς περιγράφουν ολοένα και περισσότερο το παγκόσμιο ενεργειακό τοπίο ως «νευρικό», με απότομες και απρόβλεπτες διακυμάνσεις τιμών να εμφανίζονται συχνότερα. Αυτή η μεταβλητότητα δεν αποτελεί απλώς ένα βραχυπρόθεσμο φαινόμενο, αλλά αντανάκλαση βαθύτερων διαρθρωτικών αδυναμιών που έχουν συσσωρευτεί με την πάροδο του χρόνου.
Σύμφωνα με την International Energy Agency (ΙΕΑ), η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου αναμένεται να μειωθεί κατά 1,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως στο δεύτερο τρίμηνο, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη συρρίκνωση από την περίοδο της πανδημίας Covid-19. Ωστόσο, η μείωση αυτή δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τη σοβαρότητα του σοκ στην προσφορά, η οποία εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 13 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Αν και χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ιράκ έχουν ανακατευθύνει μέρος των εξαγωγών τους μέσω εναλλακτικών χερσαίων αγωγών, οι όγκοι που φτάνουν στις διεθνείς αγορές παραμένουν ανεπαρκείς για να καλύψουν το αυξανόμενο κενό.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση στις αγορές φυσικού αερίου. Η πλήρης διακοπή λειτουργίας της QatarEnergy έχει αφαιρέσει περίπου 110 δισ. κυβικά μέτρα LNG ετησίως από την παγκόσμια προσφορά – όγκους που είναι σχεδόν αδύνατο να αντικατασταθούν βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Αυτό έχει ασκήσει τεράστια πίεση σε περιοχές που εξαρτώνται από το LNG, ιδίως στην Ευρώπη, η οποία έχει ήδη στραφεί μαζικά προς εισαγωγές LNG μετά τη δραστική μείωση του ρωσικού αερίου μέσω αγωγών. Το αποτέλεσμα είναι ακόμα μία πιο σφιχτή αγορά φυσικού αερίου, με εντονότερο ανταγωνισμό για τα διαθέσιμα φορτία και αυξημένες πιέσεις στις τιμές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον κλιμακούμενης κρίσης, η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.) φαίνεται ολοένα και πιο αδύναμη, αν όχι αποσυνδεδεμένη από την πραγματικότητα της αγοράς. Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, στις 22 Απριλίου, η ηγεσία της Ε.Ε. ανακοίνωσε ένα πακέτο μέτρων που υποτίθεται ότι αποσκοπεί στην ανακούφιση των καταναλωτών και την αντιμετώπιση της κρίσης. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ενέταξε την απάντηση αυτή στο πλαίσιο των μακροπρόθεσμων στρατηγικών στόχων της Ενωσης, δηλώνοντας ότι η στρατηγική «AccelerateEU» θα προσφέρει τόσο άμεση ανακούφιση όσο και διαρθρωτικό μετασχηματισμό μέσω της επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης.
Παρότι η έμφαση στην ενεργειακή ανεξαρτησία και ανθεκτικότητα είναι κατανοητή, η κατεύθυνση της πολιτικής εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς τον χρόνο και τις προτεραιότητες. Η Φον ντερ Λάιεν αναγνώρισε ότι ο ενεργειακός λογαριασμός της Ε.Ε. έχει αυξηθεί κατά 22 δισ. ευρώ από την έναρξη της κρίσης, προστιθέμενος σε ένα ήδη υψηλό ετήσιο κόστος εισαγωγών ύψους 340 δισ. ευρώ. Ωστόσο, οι προτεινόμενες λύσεις παραμένουν έντονα προσανατολισμένες προς την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης -μέσω εξηλεκτρισμού, ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών και επιδοτήσεων για αντλίες θερμότητας και ηλεκτρικά οχήματα-, αντί να αντιμετωπίσουν τους άμεσους περιορισμούς στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου.
ΤΑ ΟΡΥΚΤΑ ΚΑΥΣΙΜΑ
Ομως, αυτή η προσέγγιση αγνοεί παντελώς την πραγματικότητα, αφού σχεδόν το 70% του ενεργειακού μείγματος της Ε.Ε. εξακολουθεί να βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα, με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να αντιπροσωπεύουν περίπου το 60% της συνολικής κατανάλωσης. Η πυρηνική ενέργεια συμβάλλει κατά περίπου 12%, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές αντιστοιχούν περίπου στο 20%. Σε αυτό το πλαίσιο πολιτικές που εστιάζουν σχεδόν αποκλειστικά στη μακροπρόθεσμη απανθρακοποίηση, χωρίς παράλληλα μέτρα για τη διασφάλιση επαρκούς προσφοράς ορυκτών καυσίμων βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, φαίνεται ότι είναι ολοένα και πιο ασύμβατες με τις συνθήκες της αγοράς.
ΜΕΤΑΚΥΛΙΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ
Η ανισορροπία αυτή εντείνεται από την έμφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον «συντονισμό» ως βασικό εργαλείο αποφυγής ελλείψεων. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε μετακύλιση της ευθύνης στα κράτη-μέλη, τα οποία καλούνται να λάβουν έκτακτα μέτρα για τη διασφάλιση κρίσιμων καυσίμων, όπως το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα, καθώς και για τη διατήρηση της παραγωγής στα διυλιστήρια. Αν και ο συντονισμός είναι σημαντικός, δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια συνεκτική, κεντρική στρατηγική που να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα την ασφάλεια εφοδιασμού και τη σταθερότητα των τιμών.
Η έμφαση της Επιτροπής στην ανάπτυξη των ηλεκτρικών δικτύων και την ενσωμάτωση των ΑΠΕ, με χρηματοδότηση ύψους 219 δισ. ευρώ από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), αποτελεί ακόμα έναν πυλώνα της στρατηγικής της. Ωστόσο, τέτοιες επενδύσεις, αν και κρίσιμες για τη μακροπρόθεσμη μετάβαση, προσφέρουν περιορισμένη ανακούφιση απέναντι σε ένα άμεσο σοκ προσφοράς. Τα έργα υποδομών απαιτούν χρόνια για να υλοποιηθούν, ενώ η κρίση εξελίσσεται σε πραγματικό χρόνο.
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι κορυφαία στελέχη της αγοράς σε Ελλάδα και Ευρώπη εκφράζουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια για αυτό που θεωρούν έλλειψη επείγοντος και ρεαλισμού στην προσέγγιση της Ε.Ε. Σε μια περίοδο όπου το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα βρίσκεται υπό πρωτοφανή πίεση, η απουσία μέτρων για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου εντός της Ενωσης είναι ιδιαίτερα εμφανής. Αντίθετα, η Ε.Ε. συνεχίζει να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές, με το LNG να αντικαθιστά ολοένα και περισσότερο το ρωσικό αέριο – μια εξάρτηση που αναμένεται να ενταθεί καθώς οι ρωσικές προμήθειες πρόκειται να μηδενιστούν έως το 2027.
Μέσα σε αυτό το κατά τα άλλα ομοιόμορφο πολιτικό τοπίο, η Ελλάδα αναδεικνύεται αξιοσημείωτη εξαίρεση. Μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν πρότυπο ανάπτυξης των ΑΠΕ εντός της Ε.Ε., ωστόσο έχει πλέον στραφεί παράλληλα προς την ενίσχυση των ερευνών υδρογονανθράκων. Η πρόσφατη υπογραφή σύμβασης για τη μίσθωση γεωτρητικού σκάφους από κοινοπραξία υπό την ηγεσία της Chevron σηματοδοτεί μια σαφή αλλαγή στρατηγικής. Επηρεασμένη εν μέρει από την ενεργειακή πολιτική των ΗΠΑ, η Ελλάδα έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την προώθηση των ερευνών υδρογονανθράκων, με σκοπό την επίτευξη ενός βαθμού ενεργειακής αυτάρκειας σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο ήδη από το 2032-2034.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια εναλλακτική προσέγγιση, που επιχειρεί να εξισορροπήσει την ενεργειακή μετάβαση με την ασφάλεια εφοδιασμού. Υπογραμμίζει τη σημασία διατήρησης ενός διαφοροποιημένου ενεργειακού μείγματος, ιδίως σε περιόδους κρίσης, και θέτει το ερώτημα κατά πόσο και άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. θα ακολουθήσουν παρόμοια πορεία.
Σύμφωνα με ανώτερα στελέχη της βιομηχανίας, η αντίδραση της Ευρώπης στην τρέχουσα ενεργειακή κρίση χαρακτηρίζεται τελείως ανεπαρκής και προς τη λάθος κατεύθυνση, διότι δίνει προτεραιότητα στον μακροπρόθεσμο μετασχηματισμό έναντι της άμεσης σταθεροποίησης. Αν και η πράσινη μετάβαση αποτελεί κρίσιμο στόχο, απαιτεί πλήρη εξηλεκτρισμό για να είναι αποτελεσματική και ασφαλής, και δεν μπορεί να επιτευχθεί εις βάρος της βραχυπρόθεσμης ενεργειακής ασφάλειας και της οικονομικής προσιτότητας. Με τις τιμές ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου στην Ευρώπη τρεις ή και τέσσερις φορές αυξημένες από αυτές στις ΗΠΑ και στην Κίνα, είναι προφανές ότι υπάρχει σοβαρό θέμα ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις, κάτι που πρόκειται να επιδεινωθεί με την παρούσα κρίση.
Χωρίς μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση-που θα περιλαμβάνει μέτρα για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, τη διασφάλιση των αλυσίδων εφοδιασμού και τη σταθεροποίηση των αγορών- η Ευρωπαϊκή Ενωση διατρέχει τον κίνδυνο να παρατείνει την κρίση και να επιδεινώσει τις οικονομικές και κοινωνικές της επιπτώσεις.
Καθώς η ενεργειακή «καταιγίδα» εντείνεται, η ανάγκη για ρεαλιστική, ευέλικτη και ολοκληρωμένη χάραξη πολιτικής δεν ήταν ποτέ πιο επιτακτική. Το αν οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα καταφέρουν να αναπροσαρμόσουν εγκαίρως την προσέγγισή τους παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα – ένα ερώτημα που θα καθορίσει τελικά την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος τα επόμενα χρόνια.
*Πρόεδρος του ΙΕΝΕ και διευθυντής του Energia.gr.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην «Εστία της Κυριακής» (26/4/2026)
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (30 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)



