Οι πρώτες ημέρες του Μαΐου, με έναν συνδυασμό πρωτίστως θετικών αποδόσεων και δευτερευόντως ικανοποιητικών εισροών, επανέφεραν την αξία του Ενεργητικού της ελληνικής αγοράς των Αμοιβαίων Κεφαλαίων σε αλλεπάλληλα ιστορικά υψηλά για τη σύγχρονη ιστορία του θεσμού.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΙΑΜΠΡΑΚΟΥ*
Αναλυτικότερα, το συνολικό Ενεργητικό της αγοράς ενισχύθηκε σημαντικά, φθάνοντας στα 31,45 δισ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 1,69%. Σε απόλυτα μεγέθη, η κεφαλαιοποίηση αυξήθηκε κατά 521,84 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 95,91 εκατ. ευρώ προήλθαν από εισροές κεφαλαίων, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου αποδίδεται στη θετική μέση απόδοση 1,66% του συνόλου της αγοράς.
Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, το Ενεργητικό από την έναρξη της χρονιάς έχει ενισχυθεί κατά 7,08%, με απόλυτη αύξηση της κεφαλαιοποίησης περί τα 2,01 δισ. ευρώ. Οι τοποθετήσεις νέων κεφαλαίων ανέρχονται σε 1,34 δισ. ευρώ και η συνεισφορά τους στην αύξηση του Ενεργητικού αγγίζει το 66,58%.
Η ιστορική εξέλιξη του Ενεργητικού της ελληνικής αγοράς των Αμοιβαίων Κεφαλαίων αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο τόσο την πορεία της ελληνικής οικονομίας όσο και τη διαχρονική ωρίμανση του ίδιου του θεσμού. Τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι η αγορά έχει περάσει από διαδοχικούς κύκλους έντονης ανάπτυξης, βαθιάς συρρίκνωσης και ισχυρής επαναφοράς, διαμορφώνοντας σήμερα μια σαφώς πιο ανθεκτική εικόνα σε σχέση με το παρελθόν.
Η πρώτη μεγάλη περίοδος εκρηκτικής ανάπτυξης εντοπίζεται στη δεκαετία του 1990. Το Ενεργητικό από μόλις 390,6 εκατ. ευρώ το 1990 εκτοξεύτηκε στα 34,54 δισ. ευρώ το 1999, σημειώνοντας μία από τις ταχύτερες αναπτύξεις στην ιστορία της ελληνικής κεφαλαιαγοράς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από τη ραγδαία ανάπτυξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, την αυξημένη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών και τη γενικότερη χρηματοοικονομική «έκρηξη» της εποχής.
Ωστόσο, η δεκαετία του 2000 αποτέλεσε περίοδο έντονης διόρθωσης και σταδιακής απομόχλευσης. Μετά τη «φούσκα» του 1999, η αγορά εισήλθε σε πολυετή φάση πιέσεων. Παρά τα υψηλά επίπεδα Ενεργητικού των πρώτων ετών, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και οι αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας οδήγησαν σε δραματική πτώση. Χαρακτηριστική ήταν η κατάρρευση του 2008, όταν το Ενεργητικό μειώθηκε κατά 57,54%, στα 10,41 δισ. ευρώ.
Η δεκαετία 2010-2019 αποτέλεσε ίσως τη δυσκολότερη περίοδο για τον θεσμό. Η ελληνική δημοσιονομική κρίση, τα Μνημόνια και η παρατεταμένη ύφεση διατήρησαν το Ενεργητικό κοντά στα 6 έως 8 δισ. ευρώ για αρκετά χρόνια, με τον μέσο όρο της δεκαετίας να περιορίζεται στα 6,58 δισ. ευρώ.
Από το 2020 και μετά, όμως, διαμορφώνεται μια νέα ιστορική φάση για την ελληνική αγορά των Αμοιβαίων Κεφαλαίων. Παρά τις διεθνείς κρίσεις -πανδημία, πληθωρισμό, πόλεμο στην Ουκρανία και πρόσφατα τη νέα γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή-, η αγορά παρουσιάζει εντυπωσιακή ανθεκτικότητα και ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική. Από τα 8,09 δισ. ευρώ του 2020, το Ενεργητικό υπερτριπλασιάστηκε μέσα σε λίγα χρόνια, φθάνοντας πλέον στα 31,45 δισ. ευρώ, επίπεδα που προσεγγίζουν τα ιστορικά υψηλά του 1999 και του 2004.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η σημερινή άνοδος εμφανίζει ποιοτικά διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν. Η ανάπτυξη δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε μετοχικές υπεραποδόσεις ή κερδοσκοπική διάθεση, αλλά σε σταθερές και πολυδιάστατες εισροές κεφαλαίων σε όλο το εύρος των κατηγοριών Α/Κ. Παράλληλα, η συμμετοχή θεσμικών και πιο συντηρητικών επενδυτών είναι αισθητά αυξημένη, γεγονός που προσδίδει μεγαλύτερη σταθερότητα στον θεσμό.
Επιπλέον, ο μέσος όρος Ενεργητικού της τρέχουσας δεκαετίας έχει ήδη ανέλθει στα 20,13 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας σημαντικά τη δεκαετία του 2010 και πλησιάζοντας τα επίπεδα της δεκαετίας του 2000. Αν διατηρηθεί ο τρέχων ρυθμός ανάπτυξης, δεν αποκλείεται τα επόμενα χρόνια η αγορά να καταγράψει νέα ιστορικά υψηλά, αυτή τη φορά όμως πάνω σε σαφέστερα πιο υγιείς και διαφοροποιημένες βάσεις.

* Οικονομικός αναλυτής, σύμβουλος Αμοιβαίων Κεφαλαίων
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (15 ΜΑΙΟΥ 2026)



