Αναπτυξιακός νόμος: Χρηματοδοτικοί κόφτες κλείνουν την πόρτα στις ΜμΕ

Οι προϋποθέσεις ένταξης ζητούν από τις επιχειρήσεις να έχουν ήδη τη ρευστότητα, την κερδοφορία και την τραπεζική στήριξη που προσπαθούν να αποκτήσουν

Την οικονομική αντοχή που συχνά αναζητούν μέσα από τη δημόσια στήριξη καλούνται να αποδείξουν εκ των προτέρων οι ΜμΕ, εφόσον θέλουν να ενταχθούν στο καθεστώς «Μεταποίηση – Εφοδιαστική Αλυσίδα», του αναπτυξιακού νόμου 4887/2022. Η αντίφαση βρίσκεται στον ίδιο τον πυρήνα της προκήρυξης. Μια μικρομεσαία επιχείρηση δεν στρέφεται στον αναπτυξιακό νόμο επειδή έχει άνετη πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό, ισχυρή ρευστότητα, μεγάλα ίδια κεφάλαια και υψηλή κερδοφορία. Συνήθως αναζητά χρηματοδότηση επειδή λειτουργεί σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τους «μικρούς», με ακριβό χρήμα και αυξημένα κόστη λειτουργίας που αφήνουν πολύ «στενά» περιθώρια για κερδοφορία. Ωστόσο, οι ίδιοι αυτοί λόγοι μπορούν να μετατραπούν σε εμπόδια ένταξης.

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ 

Η 4η προκήρυξη του καθεστώτος άνοιξε στις 17/4/2026 και οι αιτήσεις μπορούν να υποβληθούν έως στις 30/6/2026. Ο συνολικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε 150 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 75 εκατ. ευρώ αφορούν φορολογική απαλλαγή και άλλα 75 εκατ. ευρώ επιχορήγηση, επιδότηση χρηματοδοτικής μίσθωσης και επιδότηση του κόστους δημιουργούμενης απασχόλησης.

Στα χαρτιά, το πρόγραμμα στοχεύει στην αναβάθμιση επενδύσεων στη μεταποίηση και την εφοδιαστική αλυσίδα. Στην πράξη, όμως, η πρόσβαση δεν κρίνεται μόνο από το αν το επενδυτικό σχέδιο είναι παραγωγικά χρήσιμο ή αν η δραστηριότητα είναι επιλέξιμη. Κρίνεται και από το αν ο φορέας έχει ήδη χρηματοοικονομική εικόνα που πείθει ότι μπορεί να σηκώσει το βάρος της επένδυσης.

Διαβάστε ακόμη: Βόμβες από ΔΝΤ για τους ασύδοτους servicers στην Ελλάδα

Ο πρώτος κόφτης είναι το ελάχιστο ύψος του σχεδίου. Για πολύ μικρές επιχειρήσεις απαιτούνται τουλάχιστον 100.000 ευρώ επιλέξιμου κόστους, για μικρές επιχειρήσεις 250.000 ευρώ και για μεσαίες επιχειρήσεις 500.000 ευρώ. Δηλαδή, ακόμα και η χαμηλότερη βαθμίδα προϋποθέτει μια επένδυση που δεν είναι μικρή για μια επιχείρηση με περιορισμένη καθημερινή ρευστότητα.

Το δεύτερο εμπόδιο είναι η ίδια συμμετοχή. Η προκήρυξη προβλέπει ότι κάθε φορέας συμμετέχει στο κόστος του επενδυτικού σχεδίου είτε με ίδια κεφάλαια είτε με εξωτερική χρηματοδότηση, ενώ στο 25% του ενισχυόμενου κόστους δεν πρέπει να περιλαμβάνεται κρατική ενίσχυση, δημόσια στήριξη ή άλλη παροχή. Για μια ΜμΕ που ήδη πιέζεται αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποδείξει καθαρή χρηματοδοτική βάση προτού ακόμη λάβει την ενίσχυση.

ΠΡΑΞΗ ΠΡΟΕΓΚΡΙΣΗΣ

Κρίσιμο είναι και το τραπεζικό σκέλος. Αν το σχέδιο στηρίζεται σε δάνειο, η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από πράξη προέγκρισης. Αν η επιχείρηση δεν έχει εξασφαλίσεις, το επενδυτικό σχέδιο δεν περνά καν από την πρώτη «πόρτα».

Η ίδια λογική εμφανίζεται και στη βαθμολογία. Από τους 100 βαθμούς, έως 25 προέρχονται από τα χρηματοοικονομικά στοιχεία του φορέα, ενώ η ελάχιστη βαθμολογία για να συμπεριληφθεί ένα σχέδιο στους πίνακες κατάταξης είναι 50 βαθμοί.

Οι δείκτες είναι αποκαλυπτικοί. Αν η γενική ρευστότητα, δηλαδή το κυκλοφορούν ενεργητικό προς τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, είναι κάτω από 1, η επιχείρηση μηδενίζεται στο συγκεκριμένο κριτήριο. Αν το καθαρό περιθώριο κέρδους είναι κάτω από 7%, επίσης δεν παίρνει βαθμό. Αν τα ίδια κεφάλαια προς τις συνολικές υποχρεώσεις είναι κάτω από 0,7, η βαθμολογία είναι μηδενική.

Το ίδιο ισχύει και για τον δείκτη συνολικής ικανότητας δανεισμού. Οταν οι συνολικές υποχρεώσεις προς το σύνολο του ενεργητικού είναι από 0,6 και πάνω, ο φορέας παίρνει μηδέν. Στις ταμειακές ροές από βασική λειτουργία, οι θετικές ροές δίνουν βαθμό, ενώ οι αρνητικές ροές μηδενίζουν το κριτήριο. Με απλά λόγια, μια επιχείρηση που βρίσκεται υπό πίεση χάνει πολύτιμη βαθμολογία.

Εδώ βρίσκεται η ουσία για τις ΜμΕ. Το πρόγραμμα ζητεί ρευστότητα από επιχειρήσεις που αναζητούν ενίσχυση ακριβώς επειδή δεν έχουν αρκετή ρευστότητα. Ζητεί κερδοφορία από επιχειρήσεις που λειτουργούν με συμπιεσμένα περιθώρια και χαμηλές υποχρεώσεις και δανεικά ανοίγματα από επιχειρήσεις που έχουν ήδη επιβαρυνθεί και χρεωθεί από τα αυξημένα κόστη λειτουργίας. Τέλος, ζητεί και τραπεζική προέγκριση από επιχειρήσεις που συχνά βρίσκονται εκτός της κανονικής πιστωτικής ροής εξαιτίας όλων των παραπάνω.

Στις προϋποθέσεις ένταξης υπάρχει και πρόσθετο όριο μεγέθους. Για να βαθμολογηθεί στα χρηματοοικονομικά κριτήρια υφιστάμενος φορέας πρέπει να έχει κύκλο εργασιών άνω των 100.000 ευρώ τουλάχιστον σε μία από τις δύο εξεταζόμενες κλεισμένες χρήσεις. Αν δεν πιάνει το όριο, δεν λαμβάνει βαθμολογία στα συγκεκριμένα κριτήρια. Ετσι, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις που θέλουν να κάνουν το πρώτο μεγαλύτερο βήμα επενδύοντας αρχίζουν από ακόμα πιο δύσκολη θέση.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στη συγκεκριμένη προκήρυξη. Η ίδια φιλοσοφία των χρηματοοικονομικών φίλτρων εμφανίζεται και σε άλλα καθεστώτα του αναπτυξιακού νόμου, όπως στις «Μεγάλες Επενδύσεις» και στις «Περιοχές Ειδικής Ενίσχυσης», με ξεχωριστή ομάδα αξιολόγησης χρηματοοικονομικών στοιχείων έως 25 βαθμούς. Αντίστοιχη λογική υπάρχει και στους οδηγούς τουριστικών επενδύσεων, έστω με διαφορετικές τεχνικές λεπτομέρειες σε κάθε περίπτωση.

Το συμπέρασμα είναι ότι ο αναπτυξιακός νόμος λειτουργεί, τελικά, περισσότερο ως εργαλείο για επιχειρήσεις που έχουν ήδη οικονομική αντοχή, και άρα χρειάζονται λιγότερο την ενίσχυση, και λιγότερο ως γέφυρα για τις πιο πιεσμένες ΜμΕ. Ετσι, μέχρι τις 30/6/2026 οι ενδιαφερόμενοι φορείς καλούνται να αποδείξουν όχι μόνο ότι έχουν επενδυτικό σχέδιο, αλλά ότι διαθέτουν ήδη τα χρηματοοικονομικά χαρακτηριστικά που υποτίθεται ότι επιδιώκουν να ενισχύσουν μέσω της επένδυσης.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (29 ΜΑΙΟΥ 2026)

Advertisement 5





Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ



















Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ