Εως και τα 60 δισ. ευρώ δύναται να φτάσει το κόστος για τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους από τις προωθούμενες αλλαγές στην κυβερνοασφάλεια, εφόσον το νέο πλαίσιο που βρίσκεται υπό συζήτηση στις Βρυξέλλες καταστήσει υποχρεωτική την αντικατάσταση του τεχνολογικού εξοπλισμού τους. Συνολικά οι πιθανές -άμεσες και έμμεσες- απώλειες για την Ευρώπη μπορεί να φτάσουν στο δυσθεώρητο επίπεδο των 367,8 δισ. ευρώ την πενταετία 2026-2030 (!), δεδομένου ότι θα επηρεαστούν τουλάχιστον 18 κρίσιμοι κλάδοι, όπως η ενέργεια, οι μεταφορές, οι τράπεζες, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, η υγεία, τα τρόφιμα κ.ά.
Συγκεκριμένα, οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι ανεβάζουν το κόστος το οποίο θα τους επιφέρουν οι αλλαγές στην κυβερνοασφάλεια (στο ενδεχόμενο να κληθούν να αντικαταστήσουν τον τεχνολογικό προϋπολογισμό τους και να εναρμονιστούν με τα νέα δεδομένα) σε ποσό τριπλάσιο από αυτό το οποίο υπολογίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Κομισιόν, σημειωτέον, υπολογίζει ότι η επιβάρυνση θα κυμανθεί από 17 έως 21,5 δισ. ευρώ (ποσό διόλου ευκαταφρόνητο φυσικά και σε αυτή την εκδοχή). Οι εκτιμήσεις αυτές προκύπτουν στο πλαίσιο της συζήτησης η οποία έχει ανοίξει γύρω από την κυβερνοασφάλεια και το CSA2, δηλαδή την προωθούμενη αναθεώρηση του ευρωπαϊκού Cybersecurity Act.
Διαβάστε ακόμα: Κυβερνοασφάλεια: Η θέση και οι ενστάσεις της βιομηχανίας
Στο σημείο αυτό πρέπει να καταστεί σαφές ότι μέχρι σήμερα τα θέματα της κυβερνοασφάλειας αφορούν κυρίως τις πιστοποιήσεις, τα τεχνικά πρότυπα και την ανθεκτικότητα των δικτύων. Σήμερα, όμως, η συζήτηση η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη στις Βρυξέλλες θέτει επί τάπητος τα εξής ζητήματα: Ποιος προμηθεύει τον εξοπλισμό, από ποια χώρα προέρχεται, ποιος μπορεί να τον επηρεάσει και αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορεί να οδηγεί σε αποκλεισμό εταιρειών ή χωρών από κρίσιμες ευρωπαϊκές υποδομές.Στο πλαίσιο αυτό, κρίσιμη σημασία αποκτούν οι όροι HRS και HRC. HRS σημαίνει «High Risk Supplier», δηλαδή «προμηθευτής υψηλού κινδύνου», και HRC σημαίνει «High Risk Country», δηλαδή μια «χώρα υψηλού κινδύνου». Βάσει των προωθούμενων αλλαγών, μια εταιρεία ή μια χώρα θα μπορεί, λοιπόν, να θεωρηθεί ότι προκαλεί κίνδυνο για την κυβερνοασφάλεια όχι μόνο επειδή υπάρχει συγκεκριμένο τεχνικό πρόβλημα στον εξοπλισμό της, αλλά και επειδή αξιολογείται το πολιτικό, νομικό ή γεωπολιτικό περιβάλλον από το οποίο προέρχεται.
Σε μια τέτοια εξέλιξη, προκύπτει φυσικά ένας ενδεχόμενος αλλά ορατός μεγάλος οικονομικός κίνδυνος. Τι σημαίνει αυτό; Εάν ένας πάροχος τηλεπικοινωνιών ήδη έχει εγκαταστήσει εξοπλισμό ο οποίος στο άμεσο μέλλον θα δύναται να χαρακτηριστεί προβληματικός, τότε υπάρχει το ενδεχόμενο να υποχρεωθεί να τον αποξηλώσει, να αγοράσει νέο, να επανασχεδιάσει το δίκτυο, να κάνει νέες τεχνικές δοκιμές, να περάσει από νέες διαδικασίες πιστοποίησης και να έχει ένα σημαντικό επιπρόσθετο κόστος συμμόρφωσης.
ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Το ζήτημα δεν αφορά, όμως, μόνο τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους. Στο ενδεχόμενο υιοθέτησης των προωθούμενων αλλαγών του CSA2 θα προκληθεί ένα «ντόμινο» ευρύτερων επιπτώσεων, με πρόσφατες έρευνες (όπως της KPMG) να υπολογίζουν τις πιθανές απώλειες (άμεσες και έμμεσες) περίπου στα 367,8 δισ. ευρώ συνολικά για την οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης μέσα στο χρονικό διάστημα της πενταετίας 2026-2030.
Γιατί; Η σύνδεση του CSA2 με τη NIS2 (την ευρωπαϊκή οδηγία που καλύπτει κρίσιμους τομείς κυβερνοασφάλειας) ανοίγει επί της ουσίας το πεδίο σε 18 κλάδους της οικονομίας οι οποίοι στηρίζονται σε τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών (όπως ενέργεια, μεταφορές, τράπεζες, χρηματοπιστωτικές υποδομές, υγεία, πόσιμο νερό, λύματα, ψηφιακές υποδομές, διαχείριση υπηρεσιών ICT, Δημόσια Διοίκηση, Διάστημα, ταχυδρομικές και ταχυμεταφορικές υπηρεσίες, απόβλητα, χημικά, τρόφιμα, μεταποίηση, ψηφιακούς παρόχους και έρευνα).
Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι στο άμεσο μέλλον πιθανός αποκλεισμός ενός προμηθευτή δεν θα αφορά μόνο τις κεραίες, τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας ή τον εξοπλισμό 5G. Στην πραγματικότητα θα μπορεί να επηρεάσει τα συστήματα ενέργειας, τις μεταφορές, τα νοσοκομεία, τις τράπεζες, τις δημόσιες υπηρεσίες, τις βιομηχανικές μονάδες, τα logistics, τις ψηφιακές πλατφόρμες και τις υποδομές που ήδη λειτουργούν. Πολύ απλά, θα έχει άμεσες πιθανές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμα μεγαλύτερο επειδή η αντικατάσταση εξοπλισμού και δεν είναι μια απλή υπόθεση. Στα δίκτυα και στις κρίσιμες υποδομές ο εξοπλισμός είναι συνδεδεμένος με τα συστήματα, το λογισμικό, την τεχνική υποστήριξη, τα ανταλλακτικά, το εκπαιδευμένο προσωπικό και τα -πολυετή ως επί το πλείστον- επενδυτικά πλάνα. Η αποξήλωση ακόμα και ενός μέρους μπορεί, λοιπόν, να συμπαρασύρει ολόκληρη την αλυσίδα.
Γι’ αυτό και οι κλαδικοί φορείς προειδοποιούν στο πλαίσιο των υπό εξέταση προωθούμενων αλλαγών στην κυβερνοασφάλεια ότι οι αλλαγές μπορεί να προκαλέσουν αύξηση κόστους, λιγότερους προμηθευτές, μικρότερο ανταγωνισμό, καθυστερήσεις σε έργα ψηφιακού μετασχηματισμού και κατά πολύ ακριβότερες υπηρεσίες. Αλλωστε, είναι αυτονόητο πως αν μείνουν λιγότεροι προμηθευτές στην αγορά, οι τιμές θα ανέβουν. Παράλληλα, αν οι επενδύσεις καθυστερήσουν και οι επιχειρήσεις επιβαρυνθούν, το πρόσθετο κόστος θα μεταφερθεί στα τιμολόγια, δηλαδή στις τσέπες των Ευρωπαίων και φυσικά των Ελλήνων φορολογουμένων.
Διαβάστε ακόμα: Κυβερνοασφάλεια: Καμπανάκι για τα δίκτυα – Η περίπτωση της Βρετανίας
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 5/6/2026)



