Η κυβερνοασφάλεια παύει να αποτελεί ένα στενά τεχνικό ζήτημα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και περνά στον πυρήνα της λειτουργίας τους. Συνδέεται πλέον με τη βιωσιμότητα, την κανονιστική συμμόρφωση, τη διατήρηση πελατών και την αξιοπιστία απέναντι σε συνεργάτες και προμηθευτές.
Όσο οι ΜμΕ επιταχύνουν την ψηφιοποίησή τους, με ηλεκτρονικά καταστήματα, υπηρεσίες cloud, ψηφιακές πληρωμές και απομακρυσμένη εργασία, τόσο αυξάνεται και η έκθεσή τους σε ψηφιακές επιθέσεις. Ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο την απώλεια αρχείων, αλλά μπορεί να επηρεάσει πωλήσεις, δεδομένα, παραγγελίες, συνεργασίες και τη συνολική συνέχεια της επιχείρησης.
Την εικόνα αυτή αναλύουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Δρ. Βασίλης Γερογιάννης, καθηγητής του Τμήματος Ψηφιακών Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, και ο Δρ. Λέανδρος Μαγλαράς, ειδικός σύμβουλος Κυβερνοασφάλειας στη Γενική Γραμματεία Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Διαβάστε ακόμα: Το brain gain των ελληνικών επιχειρήσεων
ΑΔΥΝΑΜΟΣ ΚΡΙΚΟΣ
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 99% του επιχειρηματικού ιστού της χώρας. Ωστόσο, συχνά διαθέτουν περιορισμένους πόρους για εξειδικευμένο προσωπικό, σύγχρονα εργαλεία προστασίας και συστηματική παρακολούθηση των συστημάτων τους.
Η αντίληψη ότι οι κυβερνοεπιθέσεις αφορούν μόνο μεγάλες εταιρείες ή κρίσιμες υποδομές δεν ισχύει πλέον. Οι μεγαλύτεροι οργανισμοί έχουν ενισχύσει τα τελευταία χρόνια τις άμυνές τους, με αποτέλεσμα αρκετοί επιτιθέμενοι να στρέφονται προς μικρότερες επιχειρήσεις, όπου εντοπίζουν ευκολότερα κενά ασφαλείας.
Μια επίθεση μπορεί να οδηγήσει σε διακοπή της λειτουργίας ενός e-shop, απώλεια πρόσβασης σε παραγγελίες και αρχεία, κόστος αποκατάστασης, διαρροή δεδομένων πελατών και επιβάρυνση της εμπορικής σχέσης με συνεργάτες.
ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ
Το ransomware αποτελεί μία από τις πλέον σοβαρές απειλές. Οι δράστες κρυπτογραφούν κρίσιμα αρχεία και βάσεις δεδομένων, ζητώντας χρήματα για την αποκατάσταση της πρόσβασης. Πλέον, σε αρκετές περιπτώσεις προηγείται υποκλοπή δεδομένων, ώστε να ακολουθήσει απειλή δημοσιοποίησής τους.
Παράλληλα, το phishing παραμένει ιδιαίτερα διαδεδομένο. Μηνύματα που εμφανίζονται ως επικοινωνία από τράπεζα, προμηθευτή ή συνεργάτη επιδιώκουν να αποσπάσουν κωδικούς πρόσβασης ή να οδηγήσουν εργαζομένους στην εγκατάσταση κακόβουλου λογισμικού.
Σημαντικός είναι και ο κίνδυνος για τα ηλεκτρονικά καταστήματα. Επιθέσεις DDoS μπορούν να τα θέσουν προσωρινά εκτός λειτουργίας, προκαλώντας άμεση απώλεια εσόδων, ειδικά σε περιόδους αυξημένης ζήτησης.
ΕΦΟΔΙΑΣΤΙΚΗ ΑΛΥΣΙΔΑ
Η κυβερνοασφάλεια επηρεάζει πλέον και τη θέση μιας ΜμΕ μέσα στην εφοδιαστική αλυσίδα. Μια εταιρεία που παρέχει λογισμικό, υπηρεσίες ή πρόσβαση σε δεδομένα μεγαλύτερου πελάτη μπορεί να αποτελέσει σημείο εισόδου για επίθεση σε ευρύτερο εταιρικό δίκτυο.
Αυτό σημαίνει ότι η επάρκεια των μέτρων ασφαλείας γίνεται σταδιακά κριτήριο για νέες συνεργασίες και συμβάσεις. Η αδυναμία προστασίας συστημάτων ή δεδομένων μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την καθημερινή λειτουργία, αλλά και τη δυνατότητα διατήρησης εμπορικών σχέσεων.
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
Οι απαιτήσεις αυξάνονται και από το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Η οδηγία NIS2 διευρύνει τις υποχρεώσεις διαχείρισης κινδύνων και ελέγχου της εφοδιαστικής αλυσίδας για επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Παράλληλα, ο GDPR επιβάλλει μέτρα προστασίας προσωπικών δεδομένων και διαδικασίες αναφοράς παραβιάσεων.
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Βασικά μέτρα για τις ΜμΕ είναι η ενεργοποίηση ελέγχου ταυτότητας πολλαπλών παραγόντων, οι τακτικές ενημερώσεις λογισμικού, τα ασφαλή αντίγραφα δεδομένων και η εκπαίδευση του προσωπικού απέναντι σε ύποπτα μηνύματα.
Εξίσου σημαντικό είναι ένα καταγεγραμμένο σχέδιο αντιμετώπισης περιστατικού, με σαφείς ρόλους και διαδικασίες για την απομόνωση συστημάτων και την επαναφορά λειτουργιών. Η ψηφιακή ασφάλεια εξελίσσεται έτσι σε στοιχείο επιχειρησιακής συνέχειας και εμπορικής αξιοπιστίας, από το e-shop έως τον τελευταίο κρίκο της εφοδιαστικής αλυσίδας.


