Το «Brain Gain» των ελληνικών επιχειρήσεων

Οι εξαγορές που άλλαξαν (ξανά) την... εθνικότητα ομίλων και brands - Από τις Κωτσόβολος, Μπάρμπα Στάθης και Δωδώνη, στις Μινέρβα, Softex, Καρούλιας κ.ά.

Το big deal της ΔΕΗ, η τριπλή αποεπένδυση του CVC και η αντεπίθεση των εγχώριων επενδυτών

Του ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΥ

Πολλές από τις επιχειρηματικές συμφωνίες εξαγορών ελληνικών εταιρειών από ξένους που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα (χωρίς να λείπουν μάλιστα τα ανάλογα «ηχηρά παραδείγματα» και φέτος, από το πρώτο «μισό» του 2026), παρότι οδηγούν σε μερικό… αφελληνισμό της εγχώριας αγοράς, μεταφράζονται με ευκολία ως «επενδυτικό ενδιαφέρον από διεθνείς “παίκτες”».

Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι άρχισε να καταγράφεται μια άλλη, αντίθετη τάση, η οποία λειτουργεί ως «αντίβαρο» στο παραπάνω «φαινόμενο»: ιστορικές ελληνικές εταιρείες ή μεγάλα brands που είχαν πουληθεί σε πολυεθνικούς «κολοσσούς» ή ξένα επενδυτικά κεφάλαια (funds) εξαγοράστηκαν εκ νέου από ελληνικούς ομίλους ή σχήματα, επιστρέφοντας ουσιαστικά έτσι σε «ελληνικά χέρια». Κάτι σαν επιχειρηματικό Brain Gain.

Διαβάστε ακόμα: Safran και THEON ενώνουν τις δυνάμεις τους

Ή επιχειρήσεις που έπαψαν να είναι «ξένες» στην πατρίδα τους…

Το κοινό μοτίβο των συγκεκριμένων κινήσεων: Στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις οι ξένοι αποφάσισαν να πουλήσουν, είτε λόγω αλλαγής της παγκόσμιας στρατηγικής τους είτε επειδή υποτίμησαν τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς. Αντίθετα, οι ελληνικοί όμιλοι διέκριναν την ισχυρή αξία (brand equity) που διατηρούσαν αυτά τα σήματα στη συνείδηση των Ελλήνων καταναλωτών και άδραξαν τις ευκαιρίες.

Από την άλλη, καμία επένδυση δεν γίνεται στην «τύχη». Η υπόθεση της Κωτσόβολος είναι από τις πιο χαρακτηριστικές. Αρχικά μπορεί να προκάλεσε απορίες σε αρκετούς το γιατί η ΔΕΗ, ο Νο 1 πάροχος ηλεκτρικής ενέργειας, με πρόεδρο και CEO τον Γιώργο Στάσση, προχώρησε στην εξαγορά της κορυφαίας λιανεμπορικής αλυσίδας πώλησης ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών τον Απρίλιο του 2024 από τον προηγούμενο ιδιοκτήτης της, τη βρετανική Currys, πρώην Dixons (σ.σ.: αντί αντιτίμου που αντιστοιχεί σε αξία επιχείρησης 200 εκατ. ευρώ, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ο δανεισμός και τα ταμειακά διαθέσιμα), αλλά λύθηκαν γρήγορα. Το deal επιτάχυνε τον μετασχηματισμό της ΔΕΗ σε έναν ολοκληρωμένο πάροχο προϊόντων και υπηρεσιών λιανικής, της πρόσφερε -μεταξύ άλλων- τότε ένα δίκτυο 97 φυσικών καταστημάτων (τα 27 megastores) και πολυκαναλικό (omnichannel) δίκτυο πωλήσεων, ενώ εξοικονομήθηκαν 100 εκατ. ευρώ από το budget για logistics, υποδομών μεταφορών και συστημάτων πληροφορικής. Στο χαρτοφυλάκιο της Currys (Dixons) η Κωτσόβολος είχε περιέλθει από το 2005 και για 19 ολόκληρα χρόνια, μέχρι να «επανελληνοποιηθεί»…

«Τριπλή ελληνοποίηση» προέκυψε εκ μέρους του αμερικανικού mega fund της CVC (με τον Αλεξ Φωτακίδη ως partner και Head του γραφείου της στην Ελλάδα) μέσα στο 2025, σε διαφορετικούς μάλιστα κλάδους, σε τρόφιμα και σε αυτόν των ασφαλίσεων (σ.σ.: ακολούθησαν άλλες αποεπενδύσεις, με assets που κατέληξαν πάλι σε ξένους ομίλους, σε υγεία, ηλεκτρονικό εμπόριο).

Πέρσι, λοιπόν, το CVC πούλησε τη βιομηχανία κατεψυγμένων λαχανικών Μπάρμπα Στάθης στην ελληνική εισηγμένη εταιρεία συμμετοχών Ideal Holdings αντί 130 εκατ. ευρώ (συν τα δάνειά της), τη γαλακτοβιομηχανία Δωδώνη στον θεσσαλικό όμιλο Ελληνικά Γαλακτοκομεία (οικογένεια Σαράντη), με τίμημα 205 εκατ. ευρώ, και το 90% της Εθνικής Ασφαλιστικής στην Εθνική Τράπεζα, με τίμημα 540 εκατ. ευρώ.

ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ, ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑ, ΠΟΤΑ, ΠΑΓΩΤΑ

Μία από τις αρχαιότερες ελληνικές επιχειρήσεις, η ελαιουργία Μινέρβα, καταγράφει το δικό της «ταξίδι» στον χρόνο. Η αρχή του προσδιορίζεται χρονικά το 1887, με «πρόγονό» της την «Καρακώστας – Γιαννακός», με έναν από τους μεγαλύτερους σταθμούς της τη συμπόρευσή της από τα 70s με τον πολυεθνικό Ομιλο Paterson Zochonis και δεύτερο την εξαγορά της, το 2019, από ελληνικά funds. Το πλειοψηφικό ποσοστό της περιήλθε προ 7ετίας στο Diorama I, με διαχειρίστρια την Deca Investments, αντί 45,1 εκατ. ευρώ, και το μειοψηφικό στα Elikonos 2 και EOS Hellenic Renaissance.

Μάλιστα, η PZ Cussons ιδρύθηκε ως ελληνικών συμφερόντων κατά το ήμισυ, το 1884, από τον Σκοτσέζο George Paterson και τον Ελληνα George Zochonis στη Σιέρρα Λεόνε, με έδρα σήμερα στη Βρετανία, εισηγμένη στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. Την τελευταία διετία έχει ανοίξει η συζήτηση για το exit του Diorama I (που περιλαμβάνει στην επενδυτική και διοικητική ομάδα του ορισμένα «βαριά» ονόματα Ελλήνων επιχειρηματιών και επενδυτών) από τη Μινέρβα και οι σχετικές εξελίξεις αναμένονται με μεγάλο ενδιαφέρον από την αγορά…

Η Softex (Αθηναϊκή Χαρτοποιία), η πιο αναγνωρίσιμη ελληνική μάρκα προϊόντων χάρτου, είχε περάσει το 2002 στον ιταλικό πολυεθνικό Ομιλο Bolton Group. Επειτα από μια περιπετειώδη πορεία και το κλείσιμο του εργοστασίου, η Bolton αποφάσισε να αποχωρήσει από την αγορά. Το brand της Softex διασώθηκε και επανήλθε σε ελληνική ιδιοκτησία, καθώς εξαγοράστηκε το 2016 από την ελληνική χαρτοβιομηχανία Intertrade Hella,s της οικογένειας Ντεληδήμου, με επικεφαλής τον Γιάννη Ντεληδήμο.

Αλλο story είναι αυτό της Β.Σ. Καρούλιας: Ως μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες εισαγωγής και διανομής αλκοολούχων ποτών στην Ελλάδα είχε εξαγοραστεί το 1992 κατά πλειοψηφία, μετά τον θάνατο του ιδρυτή Βλάση Καρούλια (1989), και κατά 100% το 2001, από τον ιστορικό βρετανικό Ομιλο Berry Bros & Rudd (ιδιοκτήτη του Cutty Sark Scotch Whisky). Το 2011-2012, εν μέσω της ελληνικής οικονομικής κρίσης, οι Βρετανοί αποφάσισαν να αποεπενδύσουν από τη χώρα. Τότε, ο Ελληνας διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Χρήστος Αργυρού, προχώρησε σε management buyout, εξαγοράζοντας ο ίδιος τις μετοχές και επιστρέφοντας την εταιρεία σε ελληνική ιδιοκτησία.

Υπόθεση με ιδιομορφίες και αυτή των φημισμένων παγωτών της ΕΒΓΑ. Τα προϊόντα με το ιστορικό σήμα ανήκουν στο portfolio της Algida (Unilever), αλλά παράγονται από τη νυν EMFI, όπως μετονομάστηκε, της γνωστής οικογένειας των Ελλήνων γαλακτοβιομήχανων Φιλίππου, της ΦΑΓΕ.

Η… επιστροφή του «The Ilisian» και ο εθνικός αερομεταφορέας

Μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις στη χώρα, συνολικά και όχι μόνο στον ξενοδοχειακό και τουριστικό κλάδο, αποτελεί αυτή που αφορά το «The Ilisian», αθροιστικού προϋπολογισμού άνω των 340 εκατ. ευρώ. Το πρώην «Hilton» των Αθηνών άνοιξε πρόσφατα και πάλι τις πύλες του για να υποδεχθεί τους πελάτες του, ριζικά ανακαινισμένο (σ.σ.: παρέμεινε κλειστό για μεγάλο διάστημα, λόγω των εργασιών), με νέο brand, ως Conrad, ένα από τα σήματα του φημισμένου αμερικανικού ξενοδοχειακού «γίγαντα».

Το project, που αλλάζει τον ξενοδοχειακό «χάρτη» της πολύβουης ελληνικής πρωτεύουσας, πιστώνεται στον φορέα ανάπτυξης του έργου, την ΤΕΜΕΣ Α.Ε., συμφερόντων του ομίλου της οικογένειας Κωνσταντακόπουλου και περιλαμβάνει, εκτός από το εμβληματικό ξενοδοχείο, και πολυτελείς κατοικίες. Η νέα μητρική, υπενθυμίζεται, ονομάζεται ĒNSOFI, με πρόεδρο τον Αχιλλέα Β. Κωνσταντακόπουλο. To 2019 η τότε αποεπένδυση του τουρκικού Ομίλου Dogus, του Φερίτ Σαχένκ, σηματοδότησε τη συμφωνία για την απόκτηση του ελέγχου του «Hilton Αθηνών» από την ΤΕΜΕΣ, με δεύτερο μέτοχο το Olayan Group.

Μια άλλη σημαντική επένδυση υπήρξε μερικά χρόνια νωρίτερα αυτή για την εξαγορά/συγχώνευση της άλλοτε Ολυμπιακής από την Aegean (οικογένεια Βασιλάκη, πρόεδρος ο Ευτύχης Βασιλάκης), που εγκρίθηκε από τις αρμόδιες Αρχές (Ε.Ε.) το 2013 και ουσιαστικά διέσωσε τον εθνικό αερομεταφορέα της χώρας και διέλυσε, ταυτόχρονα, κάθε αμφιβολία για την ελληνικότητά του. Διότι, προηγουμένως, ανάμεσα σε πολλά άλλα γεγονότα της εποχής κυριαρχούσε επί μακρόν η αίσθηση ότι η πρώην ιδιοκτήτρια MIG, που αντιμετώπισε τα γνωστά προβλήματα, διέθετε ισχυρή αραβική συμμετοχή στη μετοχική/επενδυτική της βάση και παρέδωσε τελικώς την εταιρεία σε έναν στρατηγικό Ελληνα «παίκτη» του ιδίου κλάδου (αερομεταφορές).

Η σοκολάτα που απέφυγε τον δρόμο της… ξενιτιάς

Στα πρόθυρα της… ξενιτιάς βρέθηκε τα προηγούμενα χρόνια άλλη μια ελληνική παραδοσιακή επιχείρηση, αλλά αποτράπηκε η πώλησή της σε ομίλους ή funds του εξωτερικού. Τα μέλη της οικογένειας που ίδρυσε τη σοκολατοβιομηχανία ΙΟΝ φέρεται ότι έχουν αρνηθεί πεισματικά στο παρελθόν και μέχρι πρόσφατα κρούσεις ή και προτάσεις από ξένους επενδυτές ή «παίκτες» του κλάδου. Ωστόσο, παρά τις πιέσεις δεκαετιών από ξένα συμφέροντα, είπαν τελικά το «ναι» σε έναν Ελληνα. Τον Σπύρο Θεοδωρόπουλο, πρόεδρο του ΣΕΒ, και την Bespoke, που αρχικά απέκτησε το 45% το 2022 και στη συνέχεια αύξησε το ποσοστό του σε πλειοψηφικό επίπεδο (60%), ενεργοποιώντας σχετική ρήτρα. Μάλιστα, ο ίδιος επανέφερε υπό τον έλεγχο της ΙΟΝ και τη βουλγαρική θυγατρική της (Interion/Nucrema) που είχε διασπαστεί, ενοποιώντας πάλι το brand σε ελληνικό όμιλο. Για την ιστορία, το 1988 είχε εκχωρηθεί το 24% της ΙΟΝ στην Kraft Jacobs, αλλά το ποσοστό εξαγοράστηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’90 από τον Γιάννη Κωτσιόπουλο…

Ο κλάδος των τροφίμων είχε την τιμητική του σε αυτή τη διαδικασία, καθώς στις εξελίξεις προστέθηκαν και ορισμένα μικρά deals, όπως η απόκτηση εκ μέρους της ελαιουργικής Μινέρβα των σημάτων ελαιολάδου και λοιπών ελαίων Αλτις, Ελάνθη, Φλώρα και Sol από την ολλανδικών συμφερόντων Flora Food Group!

Από τα funds, στον έλεγχο εγχώριων επιχειρηματιών

Η «γκάμα» των συμφωνιών που διατήρησαν ή επανέφεραν την ελληνικότητα ορισμένων σημαντικών επιχειρήσεων. Τρεις φορές άλλαξε μετόχους η ιστορική αλλαντοβιομηχανία ΝΙΚΑΣ: κατά τη διάρκεια της κρίσης είχε περάσει από τη γνωστή οικογένεια κατά μεγάλο ποσοστό στον έλεγχο του fund Global Finance (με ιδρυτή και βασικό μέτοχο τον Αγγελο Πλακόπητα), στη συνέχεια εξαγοράστηκε από τον Σπύρο Θεοδωρόπουλο, ο οποίος την εξυγίανε, και σε ένα πρόσφατο μεγάλο deal πουλήθηκε στην ελληνική οικογενειακή επιχείρηση της Υφαντής, του ίδιου κλάδου.

Σε ελληνικά χέρια παρέμεινε, μέσω της διαδικασίας εξυγίανσής της, άλλη μια παραδοσιακή επιχείρηση: τα Παγωτά Δωδώνη (σ.σ.: που δεν συσχετίζονται με την ομώνυμη γαλακτοβιομηχανία), που έπειτα από πολλές οικονομικές περιπέτειες κατέληξαν στον όμιλο του επιχειρηματία Παναγιώτη Μονεμβασιώτη, της αλυσίδας φούρνων και καταστημάτων εστίασης Βενέτη. Η αρχή έγινε το 1967, όταν ο Βασίλης Μπλέτσος και η Σοφία Ξήτα από την Ηπειρο άνοιξαν το πρώτο γαλακτοπωλείο τους στην Κυψέλη, ενώ στην πορεία εναλλάχθηκαν στην ιδιοκτησία με την πάροδο των δεκαετιών το fund της Global Finance και οι NBGI Private Equity Fund και Stage Capital (επενδυτικός βραχίονας της Goldman Sachs και της Deutsche Bank).

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 12/6/2026)

Διαβάστε ακόμα: Electronet: Αύξηση κερδών και τζίρου το 2025 – Νέα ώθηση στο δίκτυο καταστημάτων και το rebranding

Advertisement 5














ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ


Advertisement 5

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ