Κομμάτι της ταυτότητας, της Ιστορίας και της προοπτικής της Ελλάδας αποτελεί η ελληνική ναυτοσύνη κι όχι ένας αποκομμένος επιχειρηματικός τομέας
«Η ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα δεν ζητεί προνομιακή μεταχείριση, όμως, ζητεί, ολοένα και περισσότερο, να συνδιαμορφώνουμε από κοινού, Πολιτεία και φορείς, ένα σταθερό, σύγχρονο και διεθνώς ανταγωνιστικό θεσμικό πλαίσιο, ικανό να διασφαλίσει ότι η ελληνική ναυτιλία θα συνεχίσει να αποτελεί κορυφαία παγκόσμια δύναμη και στρατηγικό πυλώνα της εθνικής οικονομίας» επισημαίνει σε πρόσφατες τοποθετήσεις του ο πρόεδρος του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, Γιώργος Αλεξανδράτος, και προσθέτει:
«Η ναυτιλία είναι ίσως ο πιο διεθνοποιημένος κλάδος της ελληνικής οικονομίας. Για τον λόγο αυτό οι πολιτικές που την αφορούν πρέπει να σχεδιάζονται με όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητας και όχι με στενά εθνικά ή διοικητικά κριτήρια. Από την κυβέρνηση και την Πολιτεία προσβλέπουμε σε θεσμική συνέχεια, προβλεψιμότητα και ουσιαστική κατανόηση των συνθηκών μέσα στις οποίες λειτουργεί η παγκόσμια ναυτιλιακή αγορά».

Διαβάστε ακόμα: Ακτοπλοϊκά: Γιατί παραμένουν υψηλές οι τιμές των εισιτηρίων
Ο Γιώργος Αλεξανδράτος τονίζει επίσης: «Εκ μέρους του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, θα ήθελα να εκφράσω τις ειλικρινείς ευχαριστίες μου -και όχι απλώς να διατυπώσω μια τυπική θεσμική αναφορά- για τους ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας που έχουν διαμορφωθεί τόσο με την Πολιτεία, με προεξάρχον το καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, όσο και με τις ναυτιλιακές ενώσεις και τους θεσμικούς φορείς του κλάδου» και συμπληρώνει:
«Πιστεύω βαθιά ότι όταν υπάρχουν κοινοί, ρεαλιστικοί αλλά και αναγκαίοι στόχοι για την ανάπτυξη και την εξέλιξη της ελληνικής ναυτιλίας, τότε οι απαραίτητες πρωτοβουλίες μπορούν να προχωρούν με μεγαλύτερη ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και ουσιαστικό αποτέλεσμα για τη χώρα. Αλλωστε, οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι οι σημαντικότερες και δυσκολότερες διαπραγματεύσεις για τη ναυτιλία δεν διεξάγονται εντός των τειχών, αλλά στο διεθνές περιβάλλον. Κι εκεί η ισχύς εν τη ενώσει αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημά μας σε κάθε κρίσιμο ζήτημα που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση».
Αναφερόμενος στις προτεραιότητες που πρέπει να τεθούν, είπε: «Μία από τις βασικές προτεραιότητες παραμένει ο εκσυγχρονισμός του κανονιστικού και διοικητικού πλαισίου. Η πολυνομία, οι καθυστερήσεις και οι επικαλύψεις αρμοδιοτήτων επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής σημαίας και των ναυτιλιακών επιχειρήσεων. Η Ελλάδα οφείλει να προσφέρει ένα σταθερό θεσμικό περιβάλλον, με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το οποίο θα ενισχύει την επενδυτική εμπιστοσύνη και θα επιτρέπει στο ελληνικό ναυτιλιακό cluster να αναπτύσσεται σε ένα εξαιρετικά απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.
Παράλληλα, η πράσινη μετάβαση της ναυτιλίας αποτελεί πλέον κορυφαία στρατηγική πρόκληση. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα στον International Maritime Organization, στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στα διεθνή ρυθμιστικά fora επηρεάζουν άμεσα τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα του ελληνόκτητου στόλου. Η μετάβαση προς την απανθρακοποίηση πρέπει να γίνει με ρεαλισμό, τεχνολογική ουδετερότητα και παγκόσμιους κανόνες που θα εφαρμόζονται ισότιμα. Η ναυτιλία δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μέσα από αποσπασματικές ή περιφερειακές ρυθμίσεις που δημιουργούν στρεβλώσεις στον διεθνή ανταγωνισμό.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα έχει -και οφείλει να έχει ακόμα περισσότερο- ενεργή και ισχυρή παρουσία στις διαπραγματεύσεις που αφορούν το νέο κανονιστικό περιβάλλον για τα καύσιμα, τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, τα ESG κριτήρια και τη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης. Είναι κρίσιμο οι ευρωπαϊκές πολιτικές να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες της διεθνούς ναυτιλίας και να μη μειώνουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής και ελληνικής ναυτιλίας έναντι τρίτων χωρών.
Εξίσου σημαντική είναι η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Η ελληνική ναυτιλία δεν μπορεί να διατηρήσει την ηγετική της θέση χωρίς σύγχρονη ναυτική εκπαίδευση, υψηλού επιπέδου κατάρτιση και ουσιαστική ενημέρωση νέων στο ναυτικό επάγγελμα. Οι νέες τεχνολογίες, η ψηφιοποίηση και οι αυξημένες απαιτήσεις συμμόρφωσης δημιουργούν την ανάγκη για ένα νέο μοντέλο ναυτικής εκπαίδευσης πλήρως εναρμονισμένο με τις εξελίξεις της διεθνούς ναυτιλίας.
Τέλος, θεωρώ ότι οφείλουμε όλοι να συμμαχήσουμε -με πρωτοπόρο την Πολιτεία, αλλά και με τη συνεργασία των ναυτιλιακών ενώσεων, των θεσμικών φορέων και της ίδιας της ναυτιλιακής κοινότητας- για την ουσιαστική ενημέρωση της κοινωνίας γύρω από τη σημασία της ναυτιλίας. Σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθούν να υπάρχουν ελλιπείς ή στρεβλές αντιλήψεις για τον κλάδο, κυρίως επειδή δεν έχει υπάρξει επαρκής και τεκμηριωμένη ενημέρωση για τη συμβολή της ναυτιλίας στην οικονομία, στην απασχόληση, στην εθνική ισχύ και τη διεθνή θέση της χώρας.
Κυρίως, όμως, η κοινωνία πρέπει να γνωρίσει καλύτερα τις μεγάλες δυνατότητες επαγγελματικής προοπτικής που δημιουργεί η ναυτιλία για τους συμπολίτες μας, μέσα από περισσότερες από εκατό ειδικότητες και επαγγελματικές δραστηριότητες που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με αυτήν.
Η ελληνική ναυτιλία δεν είναι ένας αποκομμένος επιχειρηματικός τομέας. Είναι κομμάτι της ταυτότητας, της ιστορίας και της προοπτικής της Ελλάδας. Και πιστεύω ότι μόνο μέσα από συνεργασία, διαφάνεια, συνεννόηση και κοινό όραμα μπορούμε να δημιουργήσουμε μια νέα σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στη ναυτιλία και την ελληνική κοινωνία».
Οι ελλείψεις πληρωμάτων απειλούν τον κλάδο των μικρών αποστάσεων
Στην ίδια ρότα κινείται και ο πρόεδρος της Ενωσης Εφοπλιστών Ναυτιλίας, Μικρών Αποστάσεων, Χαράλαμπος Σημαντώνης, ο οποίος τονίζει ότι «από την ελληνική κυβέρνηση και την Πολιτεία αναμένουμε τη διαμόρφωση ενός πιο σύγχρονου, σταθερού και ανταγωνιστικού θεσμικού πλαισίου, που θα επιτρέψει στην ελληνική ναυτιλία να διατηρήσει τη διεθνή πρωτοκαθεδρία της, δεν είναι δυνατόν να λειτουργούμε με νομοθετικό πλαίσιο κανονισμών από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70!» και στη συνέχεια προσθέτει: «Η μείωση της γραφειοκρατίας, η επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής σημαίας και η παροχή κινήτρων για επενδύσεις και ανανέωση του στόλου αποτελούν επίσης βασικές προτεραιότητες. Και δεν μπορώ να μην αναφερθώ ιδιαίτερα στην έλλειψη πληρωμάτων που για τη shortsea ναυτιλία είναι κρίσιμης σημασίας και γι’ αυτό είναι πρόθυμη να συμβάλει -κάτι που κάνει πάντα- σε οποιαδήποτε συγκροτημένη προσπάθεια προσέλκυσης και διακράτησης ανθρώπινου δυναμικού.
Ιδιαίτερα για τη shortsea ναυτιλία, η οποία αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας και της συνοχής των θαλάσσιων μεταφορών στην Ευρώπη, απαιτούνται επιπροσθέτως στοχευμένες πολιτικές στήριξης, συνέργεια μεταξύ των οργανισμών και συνεργασία μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Η Ευρωπαϊκή Ενωση προωθεί φιλόδοξους στόχους για την πράσινη μετάβαση, την απανθρακοποίηση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό της ναυτιλίας. Ωστόσο, η στοχοθέτηση αποτελεί μέρος ενός σχεδίου που θα πρέπει να περιλαμβάνει τις δράσεις και τα εργαλεία για την επίτευξή τους, δηλαδή ρεαλιστικά χρηματοδοτικά σχήματα και επαρκείς υποδομές, ώστε ιδιαίτερα οι εταιρείες της shortsea ναυτιλίας να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις χωρίς να χαθεί η ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού ναυτιλιακού οικοσυστήματος. Η shortsea ναυτιλία αποτελεί πλέον στρατηγικό εργαλείο για την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος και την ασφάλεια της εφοδιαστικής αλυσίδας».
Επανεκκίνηση για να υψωθεί ξανά η ελληνική σημαία στα κρουαζιερόπλοια
Το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της ελληνικής ναυτιλίας χρήζει μεταρρύθμισης εκ βάθρων, τονίζει ο Γιώργος Κουμπενάς, πρόεδρος της Ενωσης Εφοπλιστών Κρουαζιεροπλοίων και Φορέων Ναυτιλίας, με βασικό στόχο την επιστροφή των πλοίων στην ελληνική σημαία και επισημαίνει ότι η ύψωση της ελληνικής σημαίας, πέραν της γεωπολιτικής σημασίας που φέρει, συνεπάγεται και την εγκατάσταση ναυτιλιακών εταιρειών στην Ελλάδα, με άμεση θετική επίδραση στην απασχόληση, στα δημόσια έσοδα και στα ασφαλιστικά ταμεία, προσθέτοντας: «Τόσο ο ΚΔΝΔ όσο και ο ΚΙΝΔ, καθώς και η νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία του ΝΑΤ παραμένουν γραφειοκρατικοί και αναχρονιστικοί. Η πολυνομία, η ασάφεια των διατάξεων και η ύπαρξη εκατοντάδων Προεδρικών Διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων προκαλούν σύγχυση και δυσχεραίνουν την καθημερινή λειτουργία των πλοίων. Η κατάσταση αυτή είναι ακόμα δυσμενέστερη όταν πρόκειται για επιβατηγά πλοία και ήταν και ένας από τους λόγους που προκάλεσε την υποστολή της ελληνικής σημαίας από τα τελευταία κρουαζιερόπλοια που είχαν απομείνει στο νηολόγιο.

Σήμερα αρκούμαστε στο γεγονός ότι πολλές ναυτιλιακές εταιρείες εξακολουθούν να διατηρούν την έδρα τους στη χώρα μας, παραβλέποντας ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα εμπιστεύονται για τη λειτουργία των πλοίων τους θεσμικά πλαίσια άλλων χωρών. Ετσι, στην ουσία, έχουμε μεταβεί από το στάδιο της “μεγάλης ελληνικής ναυτιλίας ” στο στάδιο της “μεγάλης ελληνόκτητης ναυτιλίας ”. Το γεγονός αυτό οφείλει να προβληματίσει σοβαρά την Πολιτεία, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση.
Η δημόσια ναυτική εκπαίδευση, παρά τις επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί, συνεχίζει να υστερεί ποιοτικά έναντι άλλων χωρών. Το καθεστώς λειτουργίας των ΑΕΝ χρήζει ριζικής αναθεώρησης, ώστε να διασφαλίζεται όχι μόνο η ποιότητα της εκπαίδευσης, αλλά και η εισαγωγή υποψηφίων που πραγματικά ενδιαφέρονται να ασκήσουν το ναυτικό επάγγελμα. Η παραγωγή στελεχών, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά, είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη συνέχιση της στελέχωσης των ναυτιλιακών εταιρειών με ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτει μακρά εμπειρία στη θάλασσα. Παράλληλα, το καθεστώς φορολογίας των ναυτικών σε συνδυασμό και με την προ ετών κατάργηση των ελάχιστων αφορολόγητων παροχών το καθιστά πολύ δυσμενέστερο σε σχέση με πολλές άλλες χώρες και δεν συμβάλλει στην προσέλκυση και παραμονή νέων ανθρώπων στο ναυτικό επάγγελμα.
Επιπλέον, η μεταρρύθμιση που επί σειρά ετών μετέτρεψε το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας από αμιγώς ναυτιλιακό υπουργείο σε υπουργείο ανάπτυξης, νησιωτικής πολιτικής και προστασίας συνόρων υποβάθμισε ουσιαστικά την ενασχόληση με τα ζητήματα της ναυτιλίας στο επίπεδο της γενικής γραμματείας».
Χρειάζεται εθνικό σχέδιο επιβίωσης για την ακτοπλοΐα
Η πράσινη μετάβαση και η ανανέωση του στόλου συνθέτουν τη μεγαλύτερη δομική πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική ακτοπλοΐα, υπογραμμίζει ο Διονύσης Θεοδωράτος, πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας, και επισημαίνει ότι για να μπορέσει ο κλάδος να ανταποκριθεί με επιτυχία στις νέες περιβαλλοντικές απαιτήσεις, διατηρώντας παράλληλα τη συνδεσιμότητα των νησιών και την ανταγωνιστικότητα της χώρας, απαιτείται ένα σταθερό, σύγχρονο και ουσιαστικά υποστηρικτικό θεσμικό πλαίσιο. Τονίζει επίσης ότι η πρώτη και βασική προτεραιότητα είναι η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου για την ακτοπλοΐα, το οποίο θα αναγνωρίζει τον στρατηγικό της ρόλο ως υπηρεσία γενικού ενδιαφέροντος. «Η ετήσια λειτουργία της ακτοπλοΐας δεν αποτελεί απλώς έναν επιχειρηματικό κλάδο, αλλά βασικό πυλώνα της κοινωνικής συνοχής, της νησιωτικότητας, του τουρισμού και της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Εχοντας ήδη καταθέσει τις προτάσεις μας, αναμένουμε πλέον από την Πολιτεία μια άμεση μεταρρύθμιση, η οποία θα ευθυγραμμίσει το θεσμικό πλαίσιο της ακτοπλοΐας στα σύγχρονα ευρωπαϊκά πρότυπα-κεκτημένα και τις προκλήσεις της εποχής μας. Στόχος είναι η διαμόρφωση ενός σταθερού και λειτουργικού περιβάλλοντος, ικανού να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά μας και να εγγυηθεί τη βιωσιμότητα, καθώς και την ανάπτυξη της νησιωτικής και της εθνικής μας οικονομίας.
Προς αυτή την κατεύθυνση, ζητούμε τη θεσμοθέτηση αυστηρών προθεσμιών στις διαδικασίες δρομολόγησης και την οριστικοποίηση των δρομολογίων αρκετά πριν από τη θερινή περίοδο.
Τέλος, στον πυλώνα της ψηφιακής μετάβασης αναμένουμε την επιτάχυνση του e-Ναυτολογίου-ΝΑΤ. Ταυτόχρονα, η ενίσχυση της επιχειρηματικής βιωσιμότητας προϋποθέτει ένα ισότιμο, σταθερό και ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η ελληνική ακτοπλοΐα οφείλει να ευθυγραμμιστεί με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, μέσα από τη μείωση και το ενιαίο του ΦΠΑ στα ναύλα επιβατών και οχημάτων, την ελάφρυνση του εργασιακού κόστους, μέσω της επιδότησης των εργοδοτικών εισφορών, και την εκχώρηση των μισθωμάτων άγονων γραμμών έως 100%, με τη διασφάλιση της προηγούμενης καταβολής των μισθών και εισφορών προς τους ναυτικούς. Προς την κατεύθυνση αυτή αποτελεί θετική και καθοριστική κυβερνητική επιλογή η αποζημίωση των υποχρεωτικών κοινωνικών εκπτώσεων, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως βάση για τη διεύρυνση της στήριξης και σε επιπλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες».
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 26/6/2026)




