Η συζήτηση για το αν η τεχνητή νοημοσύνη έχει δημιουργήσει μια νέα επενδυτική «φούσκα» απασχολεί όλο και περισσότερο τις διεθνείς αγορές, με το ενδιαφέρον να μην περιορίζεται στις ΗΠΑ. Και για την Ελλάδα, παρότι η άμεση έκθεση σε μετοχές και μεγάλες επενδύσεις AI είναι περιορισμένη, ένα πιθανό διεθνές σοκ θα μπορούσε να έχει έμμεσες επιπτώσεις μέσω του επενδυτικού κλίματος, της χρηματοδότησης και της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Οι αποτιμήσεις μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών παραμένουν υψηλές, ενώ οι δαπάνες για ημιαγωγούς, κέντρα δεδομένων και υπολογιστική ισχύ συνεχίζουν να αυξάνονται. Το βασικό ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο τι θα συμβεί στη Wall Street σε περίπτωση απότομης διόρθωσης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν ένα πιθανό κραχ στις μετοχές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να επηρεάσει την πραγματική οικονομία, δηλαδή την κατανάλωση, τις επενδύσεις, την απασχόληση και την ανάπτυξη.
Διαβάστε ακόμα: Κυβερνοασφάλεια: Έρευνα στα 36,7 δισ. ευρώ ο λογαριασμός για την Ευρώπη από το CSA2
ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ
Η χρηματιστηριακή αγορά δεν ταυτίζεται πάντα με την οικονομία. Μια μεγάλη πτώση στις μετοχές δεν οδηγεί αυτομάτως σε ύφεση. Ωστόσο, όταν η άνοδος στηρίζεται σε έναν κλάδο που απορροφά τεράστια κεφάλαια, οι επιπτώσεις μπορεί να περάσουν σε περισσότερα επίπεδα.
Σύμφωνα με ανάλυση της ING, ένα πιθανό γύρισμα στις μετοχές της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα είχε απαραίτητα τα χαρακτηριστικά της κρίσης του 2008. Σήμερα δεν καταγράφεται η ίδια εικόνα υπερβολικού δανεισμού των νοικοκυριών. Παρ’ όλα αυτά, οι πιέσεις θα μπορούσαν να μεταδοθούν κυρίως μέσα από δύο κανάλια: την κατανάλωση των υψηλότερων εισοδημάτων και τις επιχειρηματικές επενδύσεις.
Η ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Η εμπειρία της φούσκας του διαδικτύου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 δείχνει ότι η κατανάλωση μπορεί να αντέξει καλύτερα από τις αγορές. Τότε, οι μεγάλες απώλειες στις τεχνολογικές μετοχές δεν οδήγησαν σε κατάρρευση της ιδιωτικής δαπάνης.
Σήμερα, όμως, η αμερικανική οικονομία στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στη δαπάνη των πιο εύπορων νοικοκυριών, τα οποία κατέχουν μεγάλο μέρος του χρηματιστηριακού πλούτου. Αν οι απώλειες στις αγορές τα οδηγήσουν σε περιορισμό δαπανών, η ανάπτυξη θα μπορούσε να δεχθεί πίεση.
ΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ
Το μεγαλύτερο ρίσκο εντοπίζεται στις επενδύσεις. Οι δαπάνες για τεχνητή νοημοσύνη έχουν γίνει βασικός μοχλός για κλάδους όπως οι ημιαγωγοί, τα data centers, οι υποδομές και η ενέργεια.
Αν οι αποτιμήσεις υποχωρήσουν απότομα και η χρηματοδότηση γίνει δυσκολότερη, οι εταιρείες μπορεί να επανεξετάσουν επενδυτικά σχέδια μεγάλης κλίμακας. Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο την τεχνολογία, αλλά και τη μεταποίηση, τις κατασκευές, τις μεταφορές και την αγορά εργασίας.
Η ΕΥΡΩΠΗ
Η Ευρώπη εμφανίζεται λιγότερο εκτεθειμένη σε ένα τέτοιο σοκ, καθώς τα νοικοκυριά της έχουν μικρότερη άμεση σύνδεση με τις χρηματιστηριακές αγορές. Παράλληλα, δεν έχει συμμετάσχει στον ίδιο βαθμό στο επενδυτικό κύμα της τεχνητής νοημοσύνης.
Αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως προστασία σε περίπτωση διόρθωσης, αλλά ταυτόχρονα δείχνει και το ευρωπαϊκό έλλειμμα σε έναν στρατηγικό τεχνολογικό τομέα.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Η Ελλάδα δεν έχει μεγάλη άμεση έκθεση σε μετοχές ή επενδύσεις τεχνητής νοημοσύνης αντίστοιχες των ΗΠΑ. Ωστόσο, θα μπορούσε να επηρεαστεί έμμεσα από επιδείνωση του διεθνούς επενδυτικού κλίματος, αυστηρότερη χρηματοδότηση και επιβράδυνση στην Ευρώπη.
Το ζητούμενο για τις ευρωπαϊκές και την ελληνική οικονομία είναι να αξιοποιήσουν την τεχνητή νοημοσύνη σε τομείς όπως η ενέργεια, οι τράπεζες, η υγεία, ο τουρισμός και η δημόσια διοίκηση, χωρίς να στηριχθούν αποκλειστικά σε υπερβολικές αποτιμήσεις. Η πρόκληση δεν είναι μόνο η επένδυση στην τεχνολογία, αλλά η μετατροπή της σε πραγματική παραγωγικότητα.

