Η Ελλάδα προχωρά στην αποδέσμευση περίπου 2 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαϊκών προϊόντων από τα στρατηγικά της αποθέματα, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της αγοράς καυσίμων και περιορισμού των πιέσεων στις τιμές. Η ποσότητα αφορά κυρίως βενζίνη, πετρέλαιο κίνησης και μαζούτ και εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της απόφασης του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ) για συντονισμένη απελευθέρωση αποθεμάτων από τα κράτη-μέλη.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η ελληνική συμμετοχή προκύπτει από την απόφαση του ΙΕΑ για διάθεση συνολικά 400 εκατομμυρίων βαρελιών σε διεθνές επίπεδο, με στόχο την αντιμετώπιση των διαταραχών στην προσφορά πετρελαίου. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο βασικών θαλάσσιων οδών μεταφοράς, όπως τα Στενά του Ορμούζ, έχουν περιορίσει τη διαθεσιμότητα και έχουν ενισχύσει τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Στο πλαίσιο αυτό, οι ελληνικές αρχές σε συνεργασία με τους δύο βασικούς διυλιστηριακούς ομίλους, Helleniq Energy και Motor Oil, εξετάζουν τις λεπτομέρειες της διαδικασίας αποδέσμευσης, όπως η κατανομή ανά προϊόν και το χρονοδιάγραμμα διάθεσης στην αγορά.
ΜΕΓΕΘΗ
Η ποσότητα των 2 εκατομμυρίων βαρελιών αντιστοιχεί περίπου στην εγχώρια κατανάλωση καυσίμων μιας εβδομάδας, η οποία εκτιμάται σε 300.000 έως 310.000 βαρέλια ημερησίως. Παράλληλα, αντιπροσωπεύει περίπου το 13% των συνολικών στρατηγικών αποθεμάτων της χώρας, που ανέρχονται σε 14 έως 15 εκατομμύρια βαρέλια.
Τα αποθέματα αυτά τηρούνται υποχρεωτικά για την κάλυψη αναγκών τουλάχιστον 90 ημερών, τόσο για λογαριασμό των διυλιστηρίων όσο και των εταιριών εμπορίας καυσίμων. Η αποδέσμευση αυτής της κλίμακας θεωρείται από τις μεγαλύτερες που έχουν πραγματοποιηθεί έως σήμερα στη χώρα.
ΕΠΑΡΚΕΙΑ
Παρά τη μείωση των αποθεμάτων, παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι δεν τίθεται ζήτημα επάρκειας. Η εγχώρια παραγωγή διυλισμένων προϊόντων υπερβαίνει σημαντικά τη ζήτηση, καθώς περίπου το 60% της παραγωγής εξάγεται. Σε περίπτωση ανάγκης, η μείωση των εξαγωγών θα μπορούσε να καλύψει άμεσα τις εσωτερικές ανάγκες.
Επιπλέον, δεν καταγράφονται προς το παρόν προβλήματα στον εφοδιασμό με αργό πετρέλαιο, καθώς οι πηγές προμήθειας είναι διαφοροποιημένες και δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τις περιοχές που επηρεάζονται από την κρίση.
ΤΙΜΕΣ
Το βασικό ζήτημα εντοπίζεται στις τιμές των καυσίμων, οι οποίες έχουν αυξηθεί σημαντικά το τελευταίο διάστημα. Η μέση τιμή της βενζίνης κινείται πάνω από τα 2 ευρώ ανά λίτρο, ενώ το ντίζελ ακολουθεί παρόμοια πορεία, υπό την επίδραση των διεθνών ελλείψεων.
Η αύξηση των τιμών από την έναρξη της κρίσης εκτιμάται ότι φτάνει περίπου το 18% για τη βενζίνη και το 32% για το ντίζελ, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για παρεμβάσεις στην πλευρά της προσφοράς.
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
Η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων εγείρει και ζητήματα για το κόστος μελλοντικής αναπλήρωσής τους, καθώς οι αγορές ενδέχεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, τίθεται το ερώτημα για το κατά πόσο χώρες χωρίς εγχώρια παραγωγή πετρελαίου μπορούν να μειώνουν τα αποθέματά τους σε περιόδους παρατεταμένης αβεβαιότητας.
Οι τελικές αποφάσεις για την εφαρμογή του μέτρου αναμένεται να οριστικοποιηθούν σε σύσκεψη του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όπου θα εξεταστούν συνολικά οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης και τα επόμενα βήματα για τη διασφάλιση της αγοράς.



