Μικρότερη μηνιαία επιβάρυνση και ταχύτερη αποπληρωμή των οφειλών φέρνει η νομοθετική διάταξη του υπουργείου Οικονομικών για οφειλέτες που έχουν ενεργές ρυθμίσεις στον νόμο Κατσέλη.
Σύμφωνα με όσα προωθεί το υπουργείο, η παρέμβαση επιδιώκει τέσσερα αποτελέσματα. Την καθολική εφαρμογή της απόφασης του Αρείου Πάγου, ώστε οι συνεπείς δανειολήπτες να μη χρειάζονται νέα προσφυγή. Τη μείωση του κόστους αποπληρωμής, επειδή ο τόκος υπολογίζεται μόνο στη μηνιαία δόση. Την αναδρομική αναγνώριση των επιπλέον καταβολών υπέρ του δανειολήπτη. Τέλος, τον επιμερισμό του κόστους μεταξύ τραπεζών και «Ηρακλή», ανάλογα με την περίοδο είσπραξης των ποσών. Το όφελος, όπως αναφέρεται, αποτυπώνεται σε μικρότερες δόσεις, χαμηλότερη επιβάρυνση και ταχύτερη αποπληρωμή για συνεπείς οφειλέτες.
Διαβάστε ακόμα: Η συμφωνία εκτόξευσε τις εισροές στα διεθνή χρηματιστήρια
Η νέα ρύθμιση αφορά ενεργές ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010, οι οποίες δεν έχουν περατωθεί και για τις οποίες δεν έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις ώστε ο οφειλέτης να κηρυχθεί έκπτωτος. Γι’ αυτές τις περιπτώσεις, ο τόκος που προβλέπεται θα υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης που έχει ορίσει το δικαστήριο και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της οφειλής.
Εκτός της αναδρομικής εφαρμογής μένουν οι ρυθμίσεις που έχουν ήδη περατωθεί, καθώς και οι υποθέσεις στις οποίες έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις για έκπτωση από τη ρύθμιση. Η διάταξη αποσαφηνίζει επίσης ότι για τον εξωδικαστικό μηχανισμό και τον νόμο 4605/2019 η μηνιαία δόση εξακολουθεί να υπολογίζεται ως τοκοχρεολυτική δόση επί του συνολικού ποσού της ρυθμιζόμενης οφειλής, όπως προβλέπεται από το ισχύον πλαίσιο, τις κανονιστικές πράξεις και τις συμβάσεις ρύθμισης.
ΔΙΑΧΩΡΙΣΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ
Ωστόσο, στη διάταξη τίθεται μια διαχωριστική γραμμή και αφορά το αν η ρύθμιση παραμένει ενεργή. Οσοι δανειολήπτες συνεχίζουν να τηρούν δικαστική ρύθμιση διάσωσης κύριας κατοικίας μπαίνουν στον νέο τρόπο υπολογισμού. Οσοι έχουν ολοκληρώσει τη ρύθμιση ή έχουν χάσει το καθεστώς της δεν αποκτούν δικαίωμα αναδρομικής αναζήτησης ποσών.
Η νομοθετική παρέμβαση εφαρμόζει καθολικά την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ώστε οι συνεπείς δανειολήπτες να μη χρειαστεί να προσφύγουν ξανά στα δικαστήρια. Το υπουργείο αναφέρει ότι η απόφαση έδωσε τη βασική κατεύθυνση, αλλά στην εφαρμογή της προέκυψαν διαφορετικές ερμηνείες για τη χρονική διάρκεια υπολογισμού των τόκων επί της μηνιαίας δόσης. Με τη διάταξη επιλέγεται η εφαρμογή μόνο για τις 30 ημέρες που μεσολαβούν μεταξύ δύο δόσεων.
Κάθε μηνιαία καταβολή θα περιλαμβάνει μέρος κεφαλαίου, στο ύψος που έχει προσδιοριστεί από τη δικαστική απόφαση και τον τόκο που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έως την επόμενη καταβολή. Ειδικά για την πρώτη δόση υπολογίζεται περίοδος τοκοφορίας 30 ημερών.
Τι γίνεται με τα ποσά πουπληρώθηκαν παραπάνω
Ενα από τα βασικά στοιχεία της διάταξης είναι η αναδρομική αναγνώριση των υπερβάλλοντων ποσών που έχουν καταβληθεί από την έναρξη της ρύθμισης ή, αν υπήρξε μεταρρύθμιση με δικαστική απόφαση, από την έναρξη καταβολών της τελευταίας μεταρρύθμισης. Η διαφορά μεταξύ του ποσού που έπρεπε να καταβληθεί και του ποσού που πράγματι καταβλήθηκε αφαιρείται από τις τελευταίες δόσεις.
Η διαφορά των τόκων που καταβλήθηκαν με άλλες μεθόδους υπολογισμού και των τόκων που έπρεπε να καταβληθούν θεωρείται αποπληρωμή κεφαλαίου. Ετσι απομειώνεται το υπόλοιπο της οφειλής, όπως έχει διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος της διάταξης. Τα ποσά δεν αναζητούνται αναδρομικά για υποθέσεις που έχουν περατωθεί ή έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις έκπτωσης.
Επί παραδείγματι, δανειολήπτης με υπόλοιπο οφειλής 144.500 ευρώ τον Ιανουάριο του 2024 θα πλήρωνε, με την προηγούμενη μέθοδο υπολογισμού και υπόθεση επιτοκίου 3,6%, μηνιαία δόση 731 ευρώ για 300 μήνες. Με τη νέα μέθοδο θα πληρώνει 483 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε 482 ευρώ αποπληρωμή κεφαλαίου και 1 ευρώ τόκο.
Το πρακτικό παράδειγμα
Αν ο ίδιος δανειολήπτης κατέβαλλε 731 ευρώ από τον Ιανουάριο του 2024 έως τον Ιούνιο του 2026, έχει πληρώσει υπερβάλλον ποσό 7.440 ευρώ, δηλαδή 248 ευρώ τον μήνα για 30 μήνες. Αντί να του απομένουν 270 δόσεις, το ποσό αυτό αφαιρείται από τις δόσεις που απομένουν και τελικά θα πληρώσει 255 δόσεις των 483 ευρώ, με τελευταία δόση 266 ευρώ.
Ετσι, με τον προηγούμενο υπολογισμό οι τόκοι θα έφταναν τα 74.852 ευρώ. Μετά την απόφαση, με σταθερό χρεολύσιο και υπολογισμό τόκου μόνο επί των 30 ημερών κάθε δόσης, οι τόκοι περιορίζονται στα 433 ευρώ χωρίς αναδρομική αφαίρεση και στα 411 ευρώ εφόσον συνυπολογιστούν τα υπερβάλλοντα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί.
Η διάταξη ρυθμίζει και τον επιμερισμό του κόστους μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και του προγράμματος κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής». Τα υπερβάλλοντα ποσά που έχουν εισπράξει τα πιστωτικά ιδρύματα πριν από τη μεταφορά δανείων στον «Ηρακλή» αποδίδονται στον μηχανισμό. Σύμφωνα με το υπουργείο, η συνολική επίδραση για τον «Ηρακλή» εκτιμάται σε περίπου 500 εκατ. ευρώ σε βάθος 20ετίας, λόγω χαμηλότερων δόσεων σε δάνεια συνολικού ύψους 16,5 δισ. ευρώ, ενώ η αναδρομική εφαρμογή προσθέτει περίπου 200 εκατ. ευρώ. Σημαντικό μέρος του κόστους των αναδρομικών δεν θα επιβαρύνει το Δημόσιο, καθώς θα καλυφθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα. Πηγή υλικού: επικολλημένο ΔΤ και Q&A του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (26 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026)



