Θέσπιση ουσιαστικών κινήτρων για επενδύσεις και στήριξη της ναυπήγησης στην Ελλάδα και την Ευρώπη ζητά ο Παύλος Ξηραδάκης, διευθυντής της MEGATUGS Salvage & Towage και πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης Πλοιοκτητών Ρυμουλκών, Ναυαγοσωστικών, Αντιρρυπαντικών και Πλοίων Υποστήριξης Υπεράκτιων Εγκαταστάσεων
Ο ανταγωνισμός στον κλάδο των ρυμουλκών άρχισε το έτος 2022, όταν εκδόθηκε το Προεδρικό Διάταγμα 83/2022, που καθόρισε αυξημένες προδιαγραφές για τα πλοία αυτής της κατηγορίας. Στην πρώτη φάση δαπανήθηκαν από τις εταιρεες ρυμουλκών και ναυαγοσωστικών περί τα 100 εκατ. ευρώ, προκειμένου να συμμορφωθούν με τις νέες απαιτήσεις για να μην μείνουν εκτός αγοράς. Ομως αυτά τα 100 εκατ. ευρώ δόθηκαν σε ναυπηγεία της Τουρκίας, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν προϋποθέσεις κατασκευής ρυμουλκών στην Ελλάδα. Στην Τουρκία ναυπηγήθηκαν δέκα ρυμουλκά, που είναι τα εξής: Νίκος Ζούρος: «Star», αξίας 7 εκατ. ευρώ. Vernicos Skafi: «V.S. III», αξίας 7 εκατ. ευρώ, Αντώνης Γελασάκης: «Captain Dimitris IV», αξίας 7 εκατ. ευρώ, NEMECA: «DIAS Z», αξίας 6,5 εκατ. ευρώ, IGMAR: «Christos», αξίας 8 εκατ. ευρώ, Promarine: «Protug 85-1», αξίας 8 εκατ. ευρώ, Promarine: «Protug 100», αξίας 7 εκατ. ευρώ, Promarine: «Protug 101», αξίας 7 εκατ. ευρώ, SVS: «SVI», αξίας 7 εκατ. ευρώ, SVS: «SVII», αξίας 7 εκατ. ευρώ. Πριν από λίγες ημέρες η Med Tugs, εταιρία των οικογενειών Βερνίκου, Σπανόπουλου και Λυμπουσάκης, παρήγγειλαν άλλα δύο ρυμουλκά στο ναυπηγείο της Τουρκίας Sanmar Shipyards, αξίας 21 εκατ. δολ.

αποκαλύψει από τον
Ιανουάριο του 2026 ότι η
Ελλάδα κατείχε την 3η θέση
στο βιβλίο παραγγελιών της
γείτονος χώρας
Η Sanmar Shipyards και η ελληνική ναυτιλιακή εταιρία Med Tugs υπέγραψαν επίσημα στρατηγική συμφωνία για την κατασκευή και παράδοση δύο σύγχρονων ρυμουλκών. Υπενθυμίζεται ότι η κοινοπραξία έχει παραλάβει άλλα δύο σύγχρονα ρυμουλκά, τα «SVS I» και «SVS II» (75bp ASD BUILT 2024/2025 FIFI1). Η σύμβαση εκτελείται μέσω της κοινοπραξίας SVS, που αποτελείται από τις εταιρίες Vernicos Scafi, Spanopoulos και Lyboussakis και σηματοδοτεί μια σημαντική επένδυση στο μέλλον της ελληνικής ναυτιλιακής υποδομής.
Τα πλοία, με προγραμματισμένη παράδοση τον Σεπτέμβριο του 2026 και τον Σεπτέμβριο του 2027, θα σταθμεύουν στο λιμάνι του Πειραιά. Σχεδιασμένα να ανταποκρίνονται στις αυξανόμενες απαιτήσεις ενός από τα πιο πολυσύχναστα ναυτιλιακά κέντρα της Ευρώπης, τα ρυμουλκά αυτά θα ειδικεύονται σε λιμενικούς ελιγμούς υψηλών επιδόσεων και σε επιχειρήσεις συνοδείας πλοίων. Η παραγγελία περιλαμβάνει δύο διαφορετικές διαμορφώσεις γάστρας από τη σειρά Rastar, το «80TBP RAstar 2900SX» και το «90TBP RAstar 3200SX», σχεδιασμένα αποκλειστικά για τη Sanmar από τους Καναδούς ναυπηγούς Robert Allan Ltd.
Και τα δύο σκάφη δίνουν προτεραιότητα στην ασφάλεια του πληρώματος και τη λειτουργική σταθερότητα, διαθέτουν διπλούς κινητήρες CAT 3516E, που πληρούν τις απαιτήσεις εκπομπών IMO Tier III, εμπρόσθια βαρούλκα αξιολόγησης συνοδείας, πρυμναία βαρούλκα, γάντζους ρυμούλκησης και γερανούς καταστρώματος, καθώς και δυνατότητες πυρόσβεσης FiFi 1 για ανταπόκριση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Η συνολική αξία αυτής της σημαντικής σύμβασης ανέρχεται σε 21 εκατ. ευρώ. Η επένδυση αυτή αντικατοπτρίζει τη δέσμευση της κοινοπραξίας SVS να εκσυγχρονίσει τον μεσογειακό στόλο με μονάδες υψηλής έλξης -αποδίδοντας 80 και 90 τόνους έλξης, αντίστοιχα-, διασφαλίζοντας την ασφαλή διέλευση υπερμεγεθών containerships και δεξαμενόπλοιων. Η κοινοπραξία των τριών οικογενειών, Βερνίκου, Σπανόπουλου και Λυμπουσάκη, θα διαθέτει πλέον συνολικά 43 ρυμουλκά και ναυαγοσωστικά.
Σχεδόν ταυτόχρονα μια άλλη ναυτιλιακή εταιρία, η Mega Tugs, των Παύλου Ξηραδάκη, Τάσου Μιχάλαρου και Γιάννη Παναγιωτάκη, άρχισε τη ναυπήγηση δύο σύγχρονων ρυμουλκών στο Ναυπηγείο Ελευσίνας. Ο Παύλος Ξηραδάκης, διευθυντής της MEGATUGS Salvage & Towage και πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης Πλοιοκτητών Ρυμουλκών, Ναυαγοσωστικών, Αντιρρυπαντικών και Πλοίων Υποστήριξης Υπεράκτιων Εγκαταστάσεων, επισήμανε, με αφορμή την νέα επένδυση της εταιρίας του και τα προβλήματα του κλάδου: «Αποδεικνύεται στην πράξη ότι όταν οι πολιτικές αποφάσεις θέτουν σε προτεραιότητα το εθνικό συμφέρον και την ασφάλεια, και μετά το πολιτικό κόστος, η χώρα μας μπορεί να μεγαλουργεί. Χάρη σε αυτή την κυβέρνηση βρισκόμαστε σε μια περίοδο επανεκκίνησης της ναυπηγικής δραστηριότητας και εκσυγχρονισμού της ασφάλειας των ρυμουλκήσεων, με σαφή πρόοδο αλλά και εκκρεμότητες στην εφαρμογή. Το επόμενο βήμα είναι ξεκάθαρο, η πλήρης εφαρμογή των κανονισμών ασφαλούς ρυμούλκησης και η θέσπιση ουσιαστικών κινήτρων για επενδύσεις για τη στήριξη της ναυπήγησης στην Ελλάδα και την Ευρώπη, ώστε οι ανάγκες του κλάδου και τα σημαντικά κεφάλαια της ελληνικής ναυτιλίας να μετατραπούν σε εγχώρια ανάπτυξη, ασφάλεια και στρατηγική αυτονομία».
Επίσης, ο Παύλος Ξηραδάκης επισημαίνει: «Αν θέλουμε πραγματικά να αναβαθμίσουμε τον στόλο των ρυμουλκών και των πλοίων υποστήριξης στη χώρα μας, πρέπει να δημιουργήσουμε αποτελεσματικά κίνητρα. Οι ανάγκες του κλάδου για τα επόμενα 10 χρόνια είναι για άλλα 60 με 70 αντίστοιχα πλοία, προϋπολογισμού περίπου 700 εκατ. ευρώ.
Θέλουμε αυτά τα χρήματα να πάνε στην ναυπηγική βιομηχανία της χώρας μας και της Ευρώπης ή δεν μας ενδιαφέρει και θα οδηγηθούν ξανά στις οικονομίες τρίτων χωρών; Σήμερα βλέπουμε επενδύσεις πολλών δισ. ευρώ από την ελληνική ποντοπόρο ναυτιλία που, δυστυχώς, κατευθύνονται σχεδόν στο σύνολό τους σε ναυπηγεία τρίτων χωρών. Θέλω να είναι σαφές ότι αν δεν δημιουργήσουμε τα κατάλληλα κίνητρα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, η αξία αυτή θα συνεχίσει να φεύγει εκτός.
Η Ευρώπη, και ειδικά η Ελλάδα, πρέπει να αποκτήσει ξανά ισχυρή ναυπηγική βιομηχανία. Και εδώ ο ρόλος των ευρωπαϊκών στρατηγικών είναι καθοριστικός. Χρειάζονται πολιτικές που να στηρίζουν ενεργά τη ναυπήγηση εντός Ευρώπης. Χρειάζονται κίνητρα, εργαλεία χρηματοδότησης και ένα πλαίσιο που να καθιστά τις επενδύσεις ανταγωνιστικές, χωρίς πράσινες μη βιώσιμες υπερβολές».
Κ. Λυμπουσάκης: «Στρεβλώσεις και κυβερνητικές αποφάσεις οδηγούν σε μονοπωλιακές καταστάσεις»
Στον αντίποδα των δηλώσεων του Παύλου Ξηραδάκη, ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Πλοιοκτητών – Εφοπλιστών Ρυμουλκών & Ναυγοσωστικών Πλοίων, Κώστας Λυμπουσάκης, που εκπροσωπεί μια άλλη μεγάλη ομάδα πλοιοκτητών ρυμουλκών, για τον ανταγωνισμό στον κλάδο του, υποστηρίζει τα εξής: «Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες των κυβερνήσεων συμβάλλουν αποτελεσματικά ή αναποτελεσματικά στην εξέλιξη του κλάδου. Διότι έχουμε το πρόσφατο και ζωντανό παράδειγμα δύο περιπτώσεων κανονιστικών κειμένων που προωθήθηκαν από το υπουργείο Ναυτιλίας με δύο Προεδρικά αντίστοιχα Διατάγματα που επέφεραν αναστάτωση στον κλάδο και μάλιστα στον τομέα των ναυαγοσωστικών επιτεύχθηκε το αδιανόητο, δηλαδή, η Ελλάδα, μια χώρα θαλασσινή και νησιωτική με τεράστια ναυτιλιακή κίνηση στον χώρο ευθύνης της και με μια εκτεταμένη θαλάσσια ζώνη ευθύνης για έρευνα και διάσωση (SAR), έχει ξεμείνει με ένα και μοναδικό ναυαγοσωστικό πλοίο υπό ελληνική σημαία από τον Μάιο του 2024. Και αυτό ενώ διέθετε μέχρι τότε ένα στόλο περίπου 60 αδειοδοτημένων ρυμουλκών και ναυαγοσωστικών πλοίων διάφορων μεγεθών και τύπων, διεσπαρμένων σε Αιγαίο, Ιόνιο και Κρήτη, έτοιμων να προσφέρουν βοήθεια σε ανθρώπους και πλοία σε κίνδυνο».
Στη συνέχεια ο Κώστας Λυμπουσάκης, αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία του, τονίζει: «Είναι μια κατάσταση που δεν προέκυψε τυχαία. Αποτελεί άμεση συνέπεια του νέου Κανονισμού περί Ναυαγοσωστικών Πλοίων, που θεσπίστηκε χωρίς την απαραίτητη νομοθετική εξουσιοδότηση και κατά παράβαση των ενωσιακών και ελληνικών νομικών κανόνων νομοθέτησης, με το Π.Δ. 65/2023, και παρά τις τεκμηριωμένες προειδοποιήσεις της πλειονότητας των φορέων της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας για τις δυσμενείς και επικίνδυνες επιπτώσεις στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και για τις επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης. Πρόκειται για κανονισμό που καταγγέλθηκε από πλήθος φορέων ως ρύθμιση με χαρακτηριστικά εξυπηρέτησης περιορισμένων συμφερόντων, καθότι επιβάλλει ένα μοναδικό μέγεθος και τύπο ναυαγοσωστικού πλοίου, γεγονός που συνιστά διεθνή ιδιομορφία και παγκόσμια πρωτοτυπία, χωρίς αντίστοιχες προβλέψεις από διεθνείς νηογνώμονες για τα δεδομένα της Μεσογείου, ενώ επιπλέον δημιουργεί, όπως ήδη φάνηκε, ιδανικές συνθήκες μονοπωλίου με αμφιβόλου ποιότητας αποτελέσματα».
Ο Κώστας Λυμπουσάκης επισημαίνει επίσης: «Πέραν όμως της παραπάνω περίπτωσης, έχουμε και τον άλλο, εξίσου προβληματικό κανονισμό, αυτόν περί των Ρυμουλκών Πλοίων, που θεσπίστηκε χωρίς καμιά ουσιαστική διαβούλευση με τους φορείς της ναυτιλίας και χωρίς καν να ενημερωθούν και να εκφράσουν γνώμη οι φορείς λειτουργίας των λιμένων, με το Π.Δ. 83/2022. Εναν κανονισμό ο οποίος, όπως έχει διαπιστωθεί από όλους τους φορείς, βρίθει σφαλμάτων και ασαφειών στους περισσότερους από τους υπολογιστικούς μαθηματικούς τύπους που εμπεριέχει και που ως τώρα έχει μόνο προσθέσει προβλήματα στον κλάδο, αλλά και στα λιμάνια της χώρας. Ο εν λόγω κανονισμός έχει επίσης αποκλείσει αναίτια τους ελληνικούς νηογνώμονες από την πιστοποίηση των υπό ελληνική σημαία ρυμουλκών, ενώ απαιτήθηκαν τουλάχιστον ακόμα τρεις νομοθετικές πρωτοβουλίες για να διευκρινιστούν και να διορθωθούν μερικά από τα προβληματικά σημεία. Τονίζουμε, δε, ότι και αυτός δημιουργεί συνθήκες ολιγοπωλίου και αποκλεισμού από την αγορά με την επιβολή υπερβολικών προδιαγραφών, οι οποίες δεν σχετίζονται με τις πραγματικές συνθήκες των ελληνικών λιμένων.
Σημειώνεται, δε, ότι και το Ναυτικό Επιμελητήριο Ελλάδος, ως επίσημος σύμβουλος της Πολιτείας, με δύο πολυσέλιδες μελέτες επιτροπών επιστημονικού κύρους έχει ζητήσει εγγράφως από το υπουργείο Ναυτιλίας την ουσιαστική τροποποίηση του Κανονισμού περί των Ρυμουλκών Πλοίων και την κατάργηση του Κανονισμού περί των Ναυαγοσωστικών Πλοίων.
Επειτα από όλα τα παραπάνω, η μόνη “μεταρρύθμιση” που προτείνουμε είναι να καταργηθεί ο απαράδεκτος Κανονισμός περί των Ναυαγοσωστικών Πλοίων, δηλαδή το ΠΔ 65/2023, και να τροποποιηθεί άμεσα και σύμφωνα με τις υποδείξεις του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ο Κανονισμός περί των Ρυμουλκών Πλοίων, δηλαδή το ΠΔ 83/2022. Και κάτι ακόμη πιο απλό και ουσιαστικό: Κύριο αίτημά μας είναι η Πολιτεία να διαβουλεύεται με τους φορείς της ναυτιλιακής κοινότητας ανοιχτά και χωρίς προειλημμένες αποφάσεις για ό,τι αφορά τα ναυτιλιακά θέματα».
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 10/4/2026)



