Νέο δρόμο για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων επιχειρεί να ανοίξει η Ευρώπη, καθώς η συζήτηση για την ένωση αποταμιεύσεων και επενδύσεων περνά πλέον από το επίπεδο των γενικών διακηρύξεων στο δύσκολο πεδίο της εποπτείας και της πρόσβασης των εταιριών σε εναλλακτικές πηγές ρευστότητας.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Για τις ελληνικές επιχειρήσεις το θέμα έχει άμεση σημασία, καθώς η χρηματοδότηση εξακολουθεί να περνά κυρίως μέσα από το τραπεζικό σύστημα, ενώ μεγάλο μέρος των νέων δανείων των τελευταίων ετών στηρίχθηκε σε χρηματοδοτικά εργαλεία και στο δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης. Οσο η περίοδος του ΤΑΑ πλησιάζει στην τελική της φάση, το ερώτημα είναι από πού θα έρθουν τα κεφάλαια για επενδύσεις όταν η ευρωπαϊκή στήριξη μειωθεί.
Το ζήτημα βρέθηκε ξανά στο τραπέζι του ECOFIN, όπου οι υπουργοί Οικονομικών συζήτησαν την ενοποίηση των αγορών και της εποπτείας ως βασικό τμήμα της ένωσης αποταμιεύσεων και επενδύσεων. Αν και υπάρχει συμφωνία στον γενικό στόχο, δηλαδή να κινητοποιηθούν περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια για την οικονομία, οι διαφωνίες παραμένουν στο πόση εποπτεία θα μετατοπιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ποιες αγορές και φορείς θα καλύπτει το νέο πλαίσιο και πόσο γρήγορα μπορεί να συμφωνηθεί το τελικό πακέτο.
Η ευρωπαϊκή στροφή
Ενα από τα βασικά ελλείμματα ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης εδώ και χρόνια είναι πως ενώ διαθέτει υψηλές αποταμιεύσεις, δεν τις διοχετεύει με την ίδια αποτελεσματικότητα σε παραγωγικές επενδύσεις. Ετσι οι επιχειρήσεις, κυρίως οι μικρομεσαίες, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από τις τράπεζες, ενώ οι αγορές κεφαλαίου είναι κατακερματισμένες ανά χώρα.
Η ένωση αποταμιεύσεων και επενδύσεων φιλοδοξεί να απαντήσει σε αυτό το κενό, καθώς ο στόχος είναι να συνδεθούν καλύτερα οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών με τις ανάγκες χρηματοδότησης επιχειρήσεων, υποδομών, πράσινων έργων, τεχνολογίας και άμυνας, ως προσπάθεια να δημιουργηθεί μια πιο ενιαία ευρωπαϊκή αγορά χρήματος και κεφαλαίων, ώστε μια επιχείρηση να μην εξαρτάται αποκλειστικά από το τραπεζικό της σύστημα ή από το βάθος της εγχώριας αγοράς.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή η εγχώρια αγορά κεφαλαίου παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τις ανάγκες της οικονομίας. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα πρόσβασης σε ομόλογα, ιδιωτικές τοποθετήσεις ή ξένους επενδυτές, αλλά οι μικρότερες συνεχίζουν να εξαρτώνται από την τραπεζική πίστωση, τα προγράμματα εγγυοδοσίας, τις επιδοτήσεις και τα ευρωπαϊκά εργαλεία.
Το 29% των δανείων του 2025 στηρίχθηκε στο Ταμείο Ανάκαμψης
Η τελευταία Εκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τραπέζης της Ελλάδος δείχνει ότι η χρηματοδότηση προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκε με ισχυρό ρυθμό, αν και από τον Ιούνιο του 2025 παρατηρείται σταδιακή επιβράδυνση. Τον Μάρτιο του 2026 ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής παρέμενε υψηλός, στο 10,4%, ενώ ο λόγος χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων προς το ΑΕΠ είχε ανέβει στο 32,9% τον Δεκέμβριο του 2025, από 31,4% έναν χρόνο πριν.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το τραπεζικό κανάλι λειτουργεί πιο ενεργά από ό,τι στο παρελθόν, ωστόσο δείχνει και πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν τα ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία. Σύμφωνα με την ΤτΕ, το 2025 οι εκταμιεύσεις επιχειρηματικών δανείων που συνδέονταν με χρηματοδοτικά εργαλεία ή με το δανειακό σκέλος του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αντιστοιχούσαν στο 29% του συνόλου. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις το ποσοστό ήταν ακόμα υψηλότερο, περίπου 40%.
Δηλαδή, η πιστωτική επέκταση δεν στηρίχθηκε μόνο στην κανονική τραπεζική ροή, αλλά και σε εργαλεία που έχουν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, όπως το ΤΑΑ. Οταν η περίοδός του κλείσει, θα χρειαστούν πιο μόνιμες πηγές κεφαλαίων.
Ασκήσεις… ισορροπίας για όλους φέρνει το τέλος του ΤΑΑ
Οι ελληνικές τράπεζες μπαίνουν σε αυτή τη φάση από σαφώς καλύτερη θέση. Η ρευστότητά τους παραμένει υψηλή, τα «κόκκινα» δάνεια έχουν υποχωρήσει στο 3,3%, στο χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη στην Ευρωζώνη, και όλες οι σημαντικές τράπεζες βρίσκονται πλέον εντός επενδυτικής κατηγορίας. Η ΤτΕ καταγράφει επίσης ότι τα πιστωτικά κριτήρια και οι συνολικοί όροι χορήγησης δανείων προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις έγιναν ως έναν βαθμό πιο χαλαρά κατά τη διάρκεια του 2025.
Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η επόμενη φάση θα είναι πιο απαιτητική. Οι τράπεζες θα πρέπει να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία με συνετά κριτήρια, αλλά αυτή τη φορά στο νέο περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας, αυξημένου κόστους ενέργειας και πιθανών πιέσεων στα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων. Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις θα χρειαστούν μεγαλύτερη ποικιλία εργαλείων, ώστε να μη στηρίζονται μόνο στον τραπεζικό δανεισμό.
Ετσι, αν η ένωση αποταμιεύσεων προχωρήσει, μπορεί να διευκολύνει την πρόσβαση περισσότερων επιχειρήσεων σε κεφάλαια πέρα την κλασική τραπεζική πίστωση, αλλά, αν μείνει στα χαρτιά ή ακολουθήσει τους συνήθεις ρυθμούς υλοποίησης της Ε.Ε., το βάρος θα συνεχίσει να πέφτει στις τράπεζες και στα εθνικά προγράμματα.
Και σε αυτή την περίπτωση, για την Ελλάδα, τα «ζόρικα» αρχίζουν έπειτα από το ΤΑΑ. Οι επιχειρήσεις θα χρειάζονται κεφάλαια για επενδύσεις, αλλά εκ των πραγμάτων θα πρέπει σταδιακά να βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ πίστωσης, ευρωπαϊκών κεφαλαίων, εγγυοδοτικών εργαλείων και πρόσβασης σε βαθύτερες αγορές κεφαλαίου, με το τελικό ευρωπαϊκό πακέτο να παραμένει ανοιχτό έως την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 15/5/2026)



