Στις 3/5/2026 λήγει η μεταβατική περίοδος για την πρώτη φάση της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης και η αγορά μπαίνει στην τελική ευθεία με ορθάνοιχτα μέτωπα και με προβλήματα που δεν βρίσκουν λύση. Λογιστικά γραφεία και επιχειρηματίες, ιδιαίτερα οι μικροί και οι μεσαίοι, βρίσκονται στα «κάγκελα», προσπαθώντας να βγάλουν μια άκρη, σχεδόν τρία χρόνια έπειτα από τη στιγμή που μας «συστήθηκε» η ηλεκτρονική τιμολόγηση.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Τελευταίο «κρούσμα» αποτέλεσε η επιστολή στην ΑΑΔΕ στις 24/3/2026 από τον Λογιστικό Σύλλογο Αθηνών, ο οποίος κάνει λόγο για υπέρμετρη επιβάρυνση λογιστικών γραφείων και επιχειρήσεων εν μέσω αλλεπάλληλων ψηφιακών αλλαγών.
Μετά τη παράταση που ανακοινώθηκε στις 17/2/2026, η υποχρεωτική εφαρμογή για τις επιχειρήσεις της α’ περιόδου, δηλαδή για όσες είχαν ακαθάριστα έσοδα άνω του 1.000.000 ευρώ στο φορολογικό έτος 2023, άρχισε στις 2/3/2026 και συνοδεύεται από μεταβατικό διάστημα έως τις 3/5/2026. ΥΠΟΙΚ και ΑΑΔΕ σημειώνουν ότι περίπου 34.000 από τις 38.000 υπόχρεες επιχειρήσεις είχαν ήδη ενεργοποιήσει τη διαδικασία ηλεκτρονικής έκδοσης παραστατικών, αλλά οι ίδιοι οι επαγγελματίες περιγράφουν ακόμα μία εικόνα πίεσης.
Οι ενστάσεις λογιστών, επιμελητηρίων και επαγγελματικών φορέων κινούνται σε τρεις άξονες.
Πρώτον, στο άμεσο κόστος συμμόρφωσης.
Δεύτερον, στο ότι η ηλεκτρονική τιμολόγηση πέφτει πάνω σε μια περίοδο όπου ήδη τρέχουν myDATA, νέοι ΚΑΔ, ψηφιακή διακίνηση και φορολογικές δηλώσεις.
Τρίτον, στον φόβο ότι ένα τεχνικό ή διαδικαστικό λάθος μπορεί να μετατραπεί σε φορολογική παράβαση.
Αυτό ακριβώς αποτυπώθηκε τόσο στην επιστολή των λογιστών όσο και σε σεμινάριο του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, με μεγάλη συμμετοχή λογιστών και επιχειρηματιών, όπου αναδείχθηκε η ανάγκη για έγκαιρη και ουσιαστική ενημέρωση σε ένα θέμα που επηρεάζει την καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων.
Το κόστος συμμόρφωσης
Το πιο βαρύ επιχείρημα της αγοράς είναι το κόστος συμμόρφωσης με τις νέες απαιτήσεις.
Η ΑΑΔΕ δίνει τρεις δρόμους συμμόρφωσης, δηλαδή ιδιώτη πάροχο, τη δωρεάν εφαρμογή timologio και την εφαρμογή myDATAapp, ενώ η διαβίβαση των στοιχείων μέσω παρόχου γίνεται σε πραγματικό χρόνο με ΜΑΡΚ.
Στην πράξη, όμως, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις λένε ότι η συμμόρφωση δεν τελειώνει με τη δωρεάν εφαρμογή, καθώς χρειάζονται αναβαθμίσεις των εμπορικών προγραμμάτων, παραμετροποίηση, τεχνική υποστήριξη και συχνότερη εμπλοκή του λογιστή.
Μάλιστα, το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών υπολογίζει πως η προσαρμογή σε συστήματα όπως το myDATA, η ηλεκτρονική τιμολόγηση και η διασύνδεση ταμειακών μηχανών με τα POS μπορεί να φτάσει από 1.500 έως 8.000 ευρώ ετησίως, ποσά που για πολλές μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις θεωρούνται δυσβάστακτα.
Αυτή η επιβάρυνση, ωστόσο, δεν κατανέμεται ομοιόμορφα, καθώς οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις έχουν ήδη μηχανογράφηση, οργανωμένα λογιστήρια και τεχνική υποστήριξη που τους επιτρέπουν να απορροφούν ευκολότερα τέτοιες αλλαγές. Για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, αντίθετα, η ίδια μετάβαση σημαίνει μεγαλύτερη εξάρτηση από εξωτερικούς συνεργάτες, περισσότερο χρόνο προσαρμογής και υψηλότερο σχετικό κόστος. Γι’ αυτό και η ηλεκτρονική τιμολόγηση αντιμετωπίζεται από ένα μεγάλο κομμάτι της αγοράς ως νέο λειτουργικό βάρος.
«Βουνό» ψηφιακών απαιτήσεων και «τσουχτερά» πρόστιμα
Στην επιστολή του Λογιστικού Συλλόγου Αθηνών προς την ΑΑΔΕ, υπογραμμίζεται η άμεση ανάγκη διορθωτικών μέτρων, περιγράφοντας ότι η συγκυρία των νέων ΚΑΔ και των παράλληλων αλλαγών στα πληροφοριακά συστήματα έχει οδηγήσει σε ιδιαίτερα αυξημένη επιβάρυνση, τόσο των επιχειρήσεων όσο και των λογιστικών γραφείων. Η ηλεκτρονική τιμολόγηση εντάσσεται σε ένα «βουνό» νέων ψηφιακών απαιτήσεων, που, σύμφωνα με τους λογιστές, σωρεύονται την ίδια στιγμή πάνω στην αγορά.
Οσο πλησιάζει η λήξη της μεταβατικής περιόδου τόσο μεγαλώνει η ανησυχία για το τι θα συμβεί στην πράξη όταν κλείσει το παράθυρο παράλληλης χρήσης παλιών και νέων τρόπων έκδοσης.
Αλλο ένα σημείο που τροφοδοτεί την ένταση είναι τα πρόστιμα. Με την εγκύκλιο Ε.2004/2026 δίνονται οδηγίες για τις παραβάσεις μη συμμόρφωσης με την υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση. Για πράξεις που επιβαρύνονται με ΦΠΑ, η μη έκδοση ηλεκτρονικού τιμολογίου μπορεί να οδηγήσει σε πρόστιμο 50% επί του αναλογούντος φόρου. Για πράξεις χωρίς ΦΠΑ, προβλέπονται 500 ευρώ για απλογραφικά και 1.000 ευρώ για διπλογραφικά ανά φορολογικό έλεγχο. Με λίγα λόγια, η φορολογική διοίκηση ζητά μετάβαση σε ένα νέο σύστημα, παρά το γεγονός ότι πολλές επιχειρήσεις δηλώνουν ανοιχτά πως δυσκολεύονται να το πράξουν, ενώ ταυτόχρονα η αστοχία συνδέεται με βαριές φορολογικές συνέπειες.
Η κυβερνητική απάντηση είναι πως, εκτός από πρόστιμα, έχουν προβλεφθεί και κίνητρα, συνδέοντας τη διαδικασία υποβολής δηλώσεων χρήσης της ηλεκτρονικής τιμολόγησης με τα φορολογικά κίνητρα του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος για όσους επιλέγουν νωρίτερα το νέο καθεστώς. Παρ’ όλα αυτά, η μη συμμόρφωση σε πάρα πολλές περιπτώσεις δεν είναι ζήτημα «κακής πρόθεσης» ή έλλειψης κινήτρου, αλλά αδυναμίας.
Το αποτέλεσμα είναι ότι το νέο καθεστώς μπαίνει στον τελευταίο μήνα της μεταβατικής περιόδου εν μέσω ισχυρής δυσφορίας. Το ερώτημα που θέτουν οι λογιστές, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και οι επαγγελματικοί φορείς παραμένει το ίδιο, δηλαδή αν η ΑΑΔΕ θα ακούσει τις ενστάσεις τους και θα τους διευκολύνει προτού λήξει το παράθυρο της προσαρμογής ή αν η μετάβαση θα συνεχιστεί με το ίδιο βάρος να πέφτει στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και στα λογιστικά γραφεία, με αποτέλεσμα σε λίγο καιρό να αρχίσουν να πέφτουν… καμπάνες.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (3 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)




