Δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης η εξήγηση των διαφορών θα έπρεπε να δίνεται καθαρά, με όρους που επιτρέπουν στον πολίτη να καταλάβει πώς μετράται κάθε φορά
Ενα διπλό κοντέρ για το ελληνικό χρέος εμφανίζεται στα επίσημα δημοσιονομικά στοιχεία, με τη διαφορά να φτάνει τα 20,9 δισ. ευρώ. Στη μία απεικόνιση, το χρέος της κεντρικής διοίκησης στο τέλος του 2025 εμφανίζεται στα 406,2 δισ. ευρώ. Στην άλλη, το χρέος του κράτους, μετά τις προσαρμογές του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών, φτάνει τα 427,1 δισ. ευρώ.
Διαβάστε ακόμα: Τροπολογία Χατζηδάκη: Θεσπίζεται Οριζόντια Ρήτρα Δίκαιης Μετάβασης για τις λιγνιτικές περιοχές
Το ζήτημα δεν είναι ποιο νούμερο είναι «σωστό» και ποιο «λάθος», αλλά τι ακριβώς μετρά το καθένα, με ποια μεθοδολογία και γιατί μια διαφορά σχεδόν 21 δισ. ευρώ δεν εξηγείται με τρόπο άμεσα κατανοητό για τους πολίτες. Τα δύο ποσά δεν αφορούν άσχετα μεταξύ τους μεγέθη, αλλά διαφορετικές αποτυπώσεις του χρέους κεντρικής διοίκησης/κράτους.
Ο νόμος για τη δημοσιονομική διαχείριση ταυτίζει ως έννοιες την κεντρική διοίκηση, το Δημόσιο και το κράτος. Στα επίσημα δελτία για το χρέος, ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ενιαία, καθώς το χρέος της κεντρικής διοίκησης εμφανίζεται στα 406,2 δισ. ευρώ, ενώ το χρέος του κράτους με τις ευρωπαϊκές προσαρμογές εμφανίζεται στα 427,1 δισ. ευρώ. Αυτό δείχνει ότι τα στοιχεία που φτάνουν στους πολίτες χρειάζονται μεγαλύτερη σαφήνεια καθώς και εξήγηση της απόκλισης.
Πού εντοπίζεται η διαφορά
Η ανάλυση της απόκλισης δείχνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της διαφοράς βρίσκεται στα μακροπρόθεσμα δάνεια. Στη μία μέτρηση εμφανίζονται στα 234,6 δισ. ευρώ, ενώ στη δεύτερη στα 254 δισ. ευρώ. Από αυτή την κατηγορία προκύπτει διαφορά περίπου 19,4 δισ. ευρώ. Υπάρχει επίσης ποσό 2,1 δισ. ευρώ σε κέρματα και καταθέσεις παθητικού, ενώ μικρότερες αποκλίσεις καταγράφονται στα βραχυπρόθεσμα δάνεια και στα ομόλογα.
Το ερώτημα, επομένως, είναι τι προσθέτουν οι προσαρμογές ESA στη δεύτερη μέτρηση και πότε πρέπει να χρησιμοποιείται κάθε μέγεθος, καθώς άλλο είναι μια στενότερη διαχειριστική καταγραφή του χρέους κεντρικής διοίκησης και άλλο η αποτύπωση του χρέους του κράτους με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Οταν η διαφορά φτάνει τα 20,9 δισ. ευρώ, η διάκριση δεν θεωρείται… λεπτομέρεια.
Το θέμα γίνεται πιο σύνθετο επειδή υπάρχει και τρίτο μέγεθος, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης. Αυτό είναι το δημόσιο χρέος που χρησιμοποιείται στις ευρωπαϊκές συγκρίσεις, στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις και τη σχέση με το ΑΕΠ. Στο τέλος του 2025 εμφανίζεται περίπου στα 362,9 δισ. ευρώ, δηλαδή είναι χαμηλότερο από το χρέος του κράτους, επειδή δεν μετρά με τον ίδιο τρόπο τις εσωτερικές υποχρεώσεις μεταξύ φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.
Με απλά λόγια, όταν ένας δημόσιος φορέας δανείζει το κράτος, η υποχρέωση υπάρχει για το κράτος. Σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης, όμως, πρόκειται για εσωτερική σχέση και δεν αυξάνει ισόποσα το δημόσιο χρέος προς τρίτους. Αυτή είναι η βάση της λογιστικής διάκρισης, αλλά και ο λόγος για τον οποίο χρειάζεται ακρίβεια στη χρήση των όρων «χρέος κράτους», «χρέος κεντρικής διοίκησης» και «δημόσιο χρέος».
Ιδιαίτερο βάρος έχει η κατηγορία των βραχυπρόθεσμων δανείων, δηλαδή των repos. Στο τέλος του 2025 εμφανίζονται πάνω από τα 62 δισ. ευρώ. Τα repos είναι βραχυπρόθεσμος δανεισμός και στην περίπτωση του Δημοσίου συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με δανεισμό από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Δεν έχουν την ίδια βαρύτητα με ένα ομόλογο που εκδίδεται στις αγορές, όμως δείχνουν πόσο σημαντική είναι η εσωτερική ταμειακή διαχείριση.
Για μια πιο συγκεκριμένη σύγκριση, το χρέος κεντρικής διοίκησης το 2019 εμφανιζόταν στα 356 δισ. ευρώ και το χρέος του κράτους στα 361,2 δισ. ευρώ. Στο τέλος του 2025 τα αντίστοιχα ποσά είχαν φτάσει στα 406,2 δισ. και 427,1 δισ. ευρώ, αντίστοιχα. Αυξήθηκε, δηλαδή, όχι μόνο το ονομαστικό χρέος, αλλά και η απόσταση ανάμεσα στις δύο απεικονίσεις.
Η αύξηση αυτή δεν ακυρώνει την προφανή βελτίωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ, πάνω στον οποίο στηρίζεται η βασική δημοσιονομική εικόνα της χώρας. Η αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ συνδέεται με την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, τα πρωτογενή πλεονάσματα και τις πρόωρες αποπληρωμές. Ομως ο δείκτης δεν εξηγεί από μόνος του τη σύνθεση του χρέους, τη χρήση repos και τη διαφορά ανάμεσα στις καταγραφές.
Η ίδια λογική εμφανίζεται και στην εκτέλεση του Προϋπολογισμού για το πεντάμηνο Ιανουαρίου – Μαΐου 2026, για το οποίο ανακοινώθηκε πρωτογενές πλεόνασμα 3,65 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 1,24 δισ. ευρώ. Οταν όμως αφαιρεθούν ετεροχρονισμοί πληρωμών, πρόωρα έσοδα του Ταμείου Ανάκαμψης, πρόωρα ταμειακά έσοδα του Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων και το τίμημα για την άδεια καζίνο στο Ελληνικό, η καθαρή υπέρβαση έναντι του στόχου περιορίζεται στα 246 εκατ. ευρώ.
Στα ίδια στοιχεία υπάρχει ακόμα ένα σημείο που δείχνει γιατί η εικόνα δεν είναι ξεκάθαρη. Το δημόσιο χρέος ή χρέος Γενικής Κυβέρνησης προκύπτει αφού από τα 427,1 δισ. ευρώ του χρέους του κράτους αφαιρεθούν 76,1 δισ. ευρώ που αφορούν χρέος προς φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και προστεθούν 11,9 δισ. ευρώ χρέους λοιπών φορέων προς τρίτους. Ετσι προκύπτουν τα 362,9 δισ. ευρώ. Δηλαδή, ο πολίτης βλέπει τρία διαφορετικά ποσά για το χρέος, 406,2 δισ., 427,1 δισ. και 362,9 δισ. ευρώ, χωρίς να είναι εύκολο να καταλάβει ποιο χρησιμοποιείται σε κάθε περίπτωση.
Δεκαπέντε χρόνια μετά την κρίση χρέους, η εξήγηση αυτών των διαφορών θα έπρεπε να δίνεται καθαρά, με όρους που επιτρέπουν στον πολίτη να καταλάβει ποιο χρέος μετράται κάθε φορά. Οταν η διάκριση προκύπτει κυρίως μέσα από τεχνικές σημειώσεις και πίνακες, η γνώση μένει περιορισμένη σε όσους είναι ήδη εξοικειωμένοι με τη δημοσιονομική ορολογία, ενισχύοντας τον οικονομικό αναλφαβητισμό.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (3 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026)



