Οι συνθήκες χάους εκθέτουν διεθνώς τη χώρα, ενώ εξοργίσει το νέο αφήγημα του Μαξίμου, που επιχειρεί να μετατοπίσει την ευθύνη σε «αόρατους» εχθρούς
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Τρία χρόνια μετά την εθνική τραγωδία των Τεμπών η κυβέρνηση που φέρει τη στάμπα της συγκάλυψης συνέχισε με αισχρό τρόπο και αμείωτη αναλγησία να εμπαίζει τους συγγενείς των θυμάτων αλλά και την κοινή γνώμη, εμφανίζοντας μια αστείρευτη διάθεση για προσβολές και προκλήσεις στη μνήμη των 57 αδικοχαμένων θυμάτων. Το πολυδιαφημισμένο επιτελικό κράτος συνελήφθη εκ νέου ανύπαρκτο, καταφέρνοντας να τινάξει εξαρχής στον αέρα μια δίκη που διακόπηκε κακήν κακώς, καθώς δεν μπόρεσε όλο αυτό το διάστημα να εξασφαλίσει ούτε τα στοιχειώδη για να προσφέρει -αν μη τι άλλο- μια αξιοπρεπή ακροαματική διαδικασία. Οι εικόνες ντροπής, με συνωστισμένους συγγενείς, δικηγόρους και κατηγορουμένους, έκαναν τον γύρο του κόσμου, αναδεικνύοντας με τον χειρότερο τρόπο την αδιαφορία και την ανάλγητη στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ακόμα και τα μικρόφωνα ήταν χαλασμένα, ενώ δεν υπήρξε ούτε πρόβλεψη προσβασιμότητας για άτομα με αναπηρία, την ώρα που κάποιοι επιζώντες του δυστυχήματος χρειάζονταν ειδική πρόνοια για τη μετακίνησή τους.
Η έναρξη της πολυαναμενόμενης δίκης εξελίχθηκε σε μια οδυνηρή υπενθύμιση του αδίστακτου προσώπου του Μεγάρου Μαξίμου. Παρά τις διαβεβαιώσεις για μια σύγχρονη και πλήρως εξοπλισμένη αίθουσα, η πραγματικότητα ήταν αποκαρδιωτική. «Δώσανε 1,6 εκατ. ευρώ γι’ αυτό το πράγμα και ούτε οι μισοί δεν χωράνε» ανέφεραν απελπισμένοι οι συγγενείς, με τη διακοπή της διαδικασίας να έρχεται ως αναπόφευκτη εξέλιξη, επιβεβαιώνοντας ότι η πολυδιαφημισμένη «ετοιμότητα» δεν ήταν τίποτε περισσότερο από επικοινωνιακή βιτρίνα. Και ενώ οι συγγενείς καταγγέλλουν ανοιχτά την ακαταλληλότητα των συνθηκών, το κυβερνητικό αφήγημα επιχειρεί ακόμα μία φορά να μετατοπίσει την ευθύνη.
ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΙΝΗΤΡΩΝ
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, αναμασώντας το τετριμμένο σύνθημα «να αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της», την ώρα που η ίδια η διαδικασία κατέρρεε προτού καν αρχίσει, ανακάλυψε ότι «κάποιοι, με πολιτικά κίνητρα, προσπάθησαν να πυρπολήσουν τη διαδικασία», αφήνοντας αιχμές περί «γνωστών σόου» και επινοώντας «αόρατους» εχθρούς, με στόχο να παρουσιαστεί ένα αφήγημα που να ξεπλένει τις βαριές ευθύνες από ακόμα ένα φιάσκο.
Πρωταγωνιστικό ρόλο και απόλυτα εκτεθειμένος είναι και ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης, ο οποίος εδώ και μήνες μοίραζε διαβεβαιώσεις στα τηλεοπτικά πάνελ ότι όλα είναι έτοιμα για την ακροαματική διαδικασία. Από το 2024 και σε διαδοχικές συνεντεύξεις ο αρμόδιος υπουργός μιλούσε για παχυλά ποσά που δαπανήθηκαν και μια αίθουσα που «είναι έτοιμη και καλύπτει πλήρως τις ανάγκες δικαστών, κατηγορουμένων, δικηγόρων και ακροατηρίου». Δύο χρόνια όμως μετά η πραγματικότητα τον διέψευσε με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο, αλλά, αντί να παραιτηθεί, απολαμβάνει ένα πρωτοφανές πέπλο προστασίας, δείγμα του βαθμού εμπλοκής της κυβέρνησης σε έναν ατελείωτο βούρκο. Αντί να αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί, ο έκθετος υπουργός Δικαιοσύνης επέλεξε να δώσει το δικό του ρεσιτάλ… υποκρισίας και συνωμοσιολογίας. Υιοθετώντας ένα σενάριο δολιοφθοράς, ο κ. Φλωρίδης ισχυρίστηκε ότι κάποιοι κατέβαζαν συνειδητά τους διακόπτες για να διακοπεί η δίκη. Μια καταγγελία προφανώς χωρίς ονόματα, χωρίς αποδείξεις και χωρίς καμία επαρκή τεκμηρίωση, που περισσότερο θυμίζει προσπάθεια αποπροσανατολισμού, παρά υπεύθυνη τοποθέτηση ενός υπουργού Δικαιοσύνης.
Αρνηση ανάληψης ευθυνών από τον υπουργό Δικαιοσύνης για τον ακατάλληλο χώρο
Ακόμα όμως πιο αποκαλυπτική ήταν η προσπάθεια υπεράσπισης του εξόφθαλμα ακατάλληλου χώρου από τον υπουργό Δικαιοσύνης. «Η αίθουσα έχει τη δυνατότητα για πάνω από 450 καθίσματα. Είναι τα περισσότερα στη χώρα. Είναι η μεγαλύτερη αίθουσα στη χώρα ή ίση με τη μεγαλύτερη. Στην Αθήνα έχει γίνει μεγαλύτερη δίκη. Γιατί να μην μπορεί να γίνει εκεί; Πείτε ότι τίθεται ερώτημα να μεταφερθεί. Δηλαδή, να πάμε σε μικρότερη; Η συντριπτική πλειονότητα των συγγενών είναι από τη Θεσσαλία. Θα έρθουν να κατοικήσουν στην Αθήνα; Η κάτω αίθουσα που βλέπουν με οθόνες είναι αίθουσα για 140 άτομα, με καλύτερη ακουστική από μέσα στην αίθουσα. Αν το θέμα είναι να παρακολουθεί κάποιος τι συμβαίνει, αυτό είναι λυμένο. Αν κάποιος μου βρει στην Ευρώπη μεγαλύτερη αίθουσα από αυτή να έρθει να μου πει. Στη Χάγη οι θέσεις είναι 250. Και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο 300». Ο κ. Φλωρίδης, αδυνατώντας να αντιληφθεί το μέγεθος της ανεπάρκειάς του, επενδύει σε αόρατους «υπονομευτές» και εμμονικές δηλώσεις υπεράσπισης των κυβερνητικών πεπραγμένων, αρνούμενος να παραδεχτεί την πλήρη αποτυχία της οργάνωσης μιας δίκης εθνικής σημασίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα σκηνικό που ενισχύει περαιτέρω τη γενικευμένη καχυποψία και βαθαίνει το ρήγμα εμπιστοσύνης. Ο σεβασμός απέναντι στους ανθρώπους που ζητούν δικαίωση αγνοείται από την πρώτη μέρα του σιδηροδρομικού εγκλήματος και η δικαστική διαδικασία άρχισε με όρους που προκαλούν οργή, με το «επιτελικό κράτος» να αδυνατεί να ανταποκριθεί ακόμα και στα αυτονόητα. Και όσο η κυβέρνηση επιμένει να καλύπτει τις αστοχίες της, με ατεκμηρίωτες αφηγήσεις, τόσο η ουσία της υπόθεσης -η απόδοση δικαιοσύνης- κινδυνεύει να χαθεί μέσα σε έναν νέο κύκλο απαξίωσης.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 27/3/2026)



