ΤτΕ: Ανθεκτικός ο ελληνικός τραπεζικός τομέας, αλλά με κινδύνους από γεωπολιτικές εντάσεις και προστατευτισμό

Η αύξηση της αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές ενέργειας έχει προκαλέσει άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, με αποτέλεσμα να εντείνονται οι πληθωριστικές πιέσεις και να αυξάνεται η μεταβλητότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Θετικές παραμένουν οι προοπτικές του ελληνικού τραπεζικού τομέα, καθώς τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη συνεχίζουν να λειτουργούν ως «μαξιλάρι» απέναντι στην αυξημένη διεθνή αβεβαιότητα και τους εξωτερικούς κινδύνους, σύμφωνα με τη νέα έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ωστόσο, η ΤτΕ προειδοποιεί ότι μια παρατεταμένη σύρραξη στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα, με πιθανές επιπτώσεις στην ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων και στους στόχους πιστωτικής επέκτασης των τραπεζών. Στο πλαίσιο αυτό, η περαιτέρω θωράκιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος χαρακτηρίζεται ως αναγκαία προτεραιότητα, ενώ τονίζεται η ανάγκη διαρκούς εγρήγορσης από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.

Σε ευρύτερο επίπεδο, η έκθεση επισημαίνει ότι οι προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας επιβαρύνονται από μια σειρά εξωτερικών παραγόντων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ενίσχυση του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο, η όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων —ιδίως στη Μέση Ανατολή— καθώς και οι συνεχιζόμενες διαταραχές στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

Οι εξελίξεις αυτές, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, δημιουργούν ένα πιο σύνθετο και ασταθές διεθνές περιβάλλον, το οποίο μπορεί να περιορίσει τη δυναμική της ανάπτυξης, παρά τη σχετικά ανθεκτική εικόνα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος.

Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ, η διάρκεια και η ένταση της σύρραξης θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης σε εγχώριο επίπεδο. Εντούτοις, η ελληνική οικονομία εμφανίζει σήμερα μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης εξωτερικών διαταραχών, χάρη στα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη, τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τη συσσωρευμένη εμπειρία από τη διαχείριση διαδοχικών κρίσεων. 

Η αύξηση της αβεβαιότητας όμως στις διεθνείς αγορές ενέργειας έχει προκαλέσει άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, με αποτέλεσμα να εντείνονται οι πληθωριστικές πιέσεις και να αυξάνεται η μεταβλητότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Στο περιβάλλον αυτό, ο κίνδυνος απότομης ανατιμολόγησης των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς παραμένει υψηλός και επιπλέον αναδεικνύεται ο κίνδυνος εμφάνισης στασιμοπληθωριστικών πιέσεων. Η επίπτωση στα μακροοικονομικά μεγέθη και στη χρηματοοικονομική κατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών θα καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της σύρραξης.

Για την ΤτΕ, τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη του τραπεζικού τομέα αποτελούν εχέγγυο για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας. Οι προοπτικές του τραπεζικού τομέα παραμένουν θετικές, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς οι τράπεζες είναι σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν να απορροφήσουν ενδεχόμενες διαταραχές. Επιπρόσθετα, λειτουργεί θετικά και η ενίσχυση του ανταγωνισμού στον εγχώριο τραπεζικό τομέα στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης των λιγότερο σημαντικών τραπεζών.

Ωστόσο, το ιδιαίτερα ευμετάβλητο εξωτερικό περιβάλλον δύναται να επηρεάσει τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ελλάδα. Η άνοδος του κόστους πρώτων υλών, ενέργειας και μεταφορών αυξάνει το συνολικό κόστος παραγωγής, συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους για τις επιχειρήσεις και, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, δυσχεραίνει τη λειτουργία του.

Ταυτόχρονα, η αυξημένη αβεβαιότητα και το ενδεχόμενο υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης επηρεάζουν το επενδυτικό κλίμα και μπορεί να οδηγήσουν σε αναβολή επιχειρηματικών αποφάσεων. Επίσης, η αύξηση του πληθωρισμού περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και επηρεάζει την κατανάλωση.

Συνεπώς, παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή για μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών, αλλά και την υλοποίηση των στόχων τους για πιστωτική επέκταση. Παράλληλα, θα ενέτεινε τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας και το ενδεχόμενο απότομης ανατιμολόγησης των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς.

Σε άλλο σημείο, η έκθεση επισημαίνει ότι η ανάλυση των δεικτών που εξετάζει η Τράπεζα της Ελλάδος επιβεβαιώνει την εκτίμηση περί απουσίας υπέρμετρης πιστωτικής επέκτασης συνολικά, αλλά αναδεικνύει την απαρχή συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων σε επιμέρους τομείς, όπως η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, οι τιμές των οικιστικών ακινήτων και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Επιπλέον, το εγχώριο μακροοικονομικό περιβάλλον, η περαιτέρω βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών και των εποπτικών δεικτών του τραπεζικού τομέα, καθώς και η αναδιάρθρωση λιγότερο σημαντικών τραπεζών εξακολουθούν να διαμορφώνουν ευνοϊκές συνθήκες για τη δημιουργία μακροπροληπτικού χώρου, που θα διασφαλίζει τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος μεσοπρόθεσμα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε την αύξηση του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα κατά 0,25% και τον καθορισμό του σε 0,5%, δηλ. στο επίπεδο του επιδιωκόμενου ποσοστού θετικού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας σε ουδέτερο περιβάλλον κινδύνου (Positive Neutral Countercyclical Capital Buffer – PN CCyB), με ημερομηνία εφαρμογής από 1ης Οκτωβρίου 2026.

Advertisement 5










Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ








Advertisement 5


Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ