Σε έναν επώδυνο, όπως διαφαίνεται, συμβιβασμό κατέληξαν οι Βρυξέλλες προκειμένου να αποτρέψουν έναν ολοκληρωτικό εμπορικό πόλεμο με την Ουάσινγκτον, όπως αναφέρει το dimokratia.gr. Αντιπρόσωποι των κρατών μελών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συμφώνησαν στην εφαρμογή της αμφιλεγόμενης εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ, υποκύπτοντας ουσιαστικά στα τελεσίγραφα του Ντόναλντ Τραμπ.
Η Πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έσπευσε να χαιρετίσει την εξέλιξη μέσω του «X», κάνοντας λόγο για ένα «σταθερό και αμοιβαία επωφελές εμπόριο». Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρικούς τόνους, η πραγματικότητα αποκαλύπτει μια Ευρώπη που νομοθετεί υπό το κράτος εκβιασμού, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος είχε θέσει ως καταληκτική ημερομηνία την 4η Ιουλίου, απειλώντας με εκτόξευση των δασμών στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα σε επίπεδα άνω του 25%.
Η συμφωνία προβλέπει την άμεση άρση των τελωνειακών δασμών σε αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα, ενώ προσφέρει προνομιακή πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά για τα αμερικανικά θαλασσινά και αγροτικά προϊόντα (όπως το χοιρινό και τα γαλακτοκομικά).
Παρά τις διαβεβαιώσεις της φον ντερ Λάιεν, η συμφωνία αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό εντός της ΕΕ, καθώς πολλοί θεωρούν ότι οι ευρωπαϊκές παραχωρήσεις είναι δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με την οροφή του 15% που εξασφάλισε η Ευρώπη για τις δικές της εξαγωγές. Για να κατευνάσει τις αντιδράσεις, η ΕΕ ενσωμάτωσε στη συμφωνία έναν «ισχυρό μηχανισμό διασφάλισης», ο οποίος επιτρέπει την αναίρεση των παραχωρήσεων εάν οι ΗΠΑ παραβιάσουν τους όρους.
Ο Μπερντ Λάνγκε, πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, παραδέχθηκε ότι η συμφωνία αποτελεί «απάντηση στην πίεση», υπογραμμίζοντας ότι ο πραγματικός αντίκτυπος στην ευρωπαϊκή οικονομία θα επανεξεταστεί στις 31 Δεκεμβρίου 2029. Εάν διαπιστωθεί ότι πλήττονται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, προβλέπεται η αυτόματη ενεργοποίηση ενός «φρένου έκτακτης ανάγκης».
Η κριτική προς το πρόσωπο της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή διαχειρίστηκε τις διαπραγματεύσεις από τον Αύγουστο του 2025, με πολλούς αναλυτές να επισημαίνουν ότι η ΕΕ οδηγήθηκε σε μια αμυντική συμφωνία που απλώς μεταθέτει την κρίση για το μέλλον, χωρίς να εξασφαλίζει μόνιμη ισορροπία στις διατλαντικές σχέσεις.
Η τυπική επικύρωση της συμφωνίας αναμένεται πριν από τις 4 Ιουλίου, κλείνοντας προσωρινά ένα «τρικυμιώδες κεφάλαιο», το οποίο όμως αφήνει ανοιχτά ερωτήματα για την αυτονομία της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής.



