Αυξήσεις επιτοκίων συνολικού ύψους έως και 0,75% μέχρι το τέλος του έτους προεξοφλούν πλέον οι αγορές, σύμφωνα με το Δελτίο για τον πληθωρισμό της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν ισχυρές σε διεθνές επίπεδο.
Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση, οι επενδυτές έχουν αναθεωρήσει σημαντικά τις προσδοκίες τους για τη νομισματική πολιτική, καθώς μέχρι πρόσφατα προέβλεπαν δύο αυξήσεις των επιτοκίων κατά 0,25% από την ΕΚΤ μέσα στο 2026 (συνολικά 0,5%). Πλέον, οι αγορές τιμολογούν τρεις ισόποσες αυξήσεις κατά 0,25%, με επακόλουθη σταθεροποίηση το 2027.
Παράλληλα, σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ, οι αγορές δεν προεξοφλούν πλέον μειώσεις επιτοκίων από τη Fed έως το τέλος του έτους, ενώ αρχίζουν να ενσωματώνουν ακόμη και το ενδεχόμενο νέας αύξησης το πρώτο εξάμηνο του 2027.
Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι οι παγκόσμιες πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν έντονες, κυρίως λόγω των επίμονα υψηλών τιμών ενέργειας που συνδέονται με τη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή. Τονίζεται επίσης ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες με βάση τις αγορές αυξήθηκαν τον τελευταίο μήνα, αν και οι μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προσδοκίες στη ζώνη του ευρώ παραμένουν κοντά στον στόχο της ΕΚΤ.
Σε επίπεδο τιμών, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) διαμορφώθηκε τον Απρίλιο στο 3,0% στη ζώνη του ευρώ (προκαταρκτική εκτίμηση), στο 4,6% στην Ελλάδα και στο 3,8% στις ΗΠΑ, επιβεβαιώνοντας την επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων για δεύτερο συνεχόμενο μήνα μετά την κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή.
Οι τιμές των ενεργειακών εμπορευμάτων συνέχισαν να κινούνται ανοδικά, επηρεαζόμενες από ανησυχίες για διαταραχές στον εφοδιασμό και τις συνεχιζόμενες στρατιωτικές εντάσεις. Παρότι καταγράφηκαν προσωρινές διορθώσεις λόγω προσδοκιών για διπλωματική αποκλιμάκωση, οι τιμές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και έντονα ευμετάβλητες, με σημαντικό γεωπολιτικό «ασφάλιστρο κινδύνου».
Στην ελληνική οικονομία, ο δείκτης PMI για τον Απρίλιο έδειξε ταχύτερη αύξηση στο κόστος εισροών στη μεταποίηση από τον Ιούνιο του 2022, λόγω αυξημένων δαπανών σε μεταφορές, πρώτες ύλες και ενέργεια. Οι επιχειρήσεις προχώρησαν σε αυξήσεις τιμών εκροών με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων 3,5 ετών, επιχειρώντας να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές.
Παράλληλα, οι επιχειρηματικές προσδοκίες δείχνουν αυξητικές τάσεις στις τιμές πώλησης στους κλάδους μεταποίησης, λιανικού εμπορίου και κατασκευών, ενώ μικτή εικόνα καταγράφεται στις υπηρεσίες, όπου οι προσδοκίες εμφανίζονται ελαφρώς υποχωρημένες σε μηνιαία βάση.



