Στελέχη του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης και της SEC ηγήθηκαν της αυστηρής αξιολόγησης, που αποκαλύπτει δεκάδες ανεκπλήρωτες συστάσεις, ανύπαρκτες διώξεις και σοβαρά νομοθετικά κενά
Του Μάκη Ντόβολου
Πόρισμα-κόλαφος για τη συνεχιζόμενη αδυναμία της τουρκικής κυβέρνησης να εφαρμόσει τη Σύμβαση για την Καταπολέμηση της Δωροδοκίας Ξένων Δημοσίων Υπαλλήλων στις Διεθνείς Επιχειρηματικές Συναλλαγές (Σύμβαση του ΟΟΣΑ κατά της Δωροδοκίας) εξέδωσε η αρμόδια Ομάδα Εργασίας του Οργανισμού.
Η επίμονη αδράνεια των τουρκικών Αρχών στην αντιμετώπιση της διαφθοράς οδήγησε τον ΟΟΣΑ σε μια ιδιαίτερα σπάνια κίνηση: την έκδοση δημόσιας προειδοποίησης (Public Statement), με την οποία καλούνται επιχειρήσεις, τράπεζες, κράτη και λοιποί φορείς να επιδεικνύουν αυξημένη δέουσα επιμέλεια (enhanced due diligence) στις συναλλαγές τους με τουρκικές εταιρείες.
Διαβάστε ακόμα: Συναγερμός από τη Goldman Sachs: Το Brent μπορεί να εκτιναχθεί πάνω από τα 120 δολάρια
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην ομάδα αξιολόγησης της Τουρκίας, η οποία συνέταξε το σχετικό πόρισμα, συμμετείχαν ελεγκτές από την Κόστα Ρίκα, στελέχη του Τμήματος Καταπολέμησης της Διαφθοράς του ΟΟΣΑ και, κυρίως, δύο ανώτερα στελέχη των αμερικανικών Αρχών: ο David Fuhr, προϊστάμενος Μονάδας FCPA του Τμήματος Απάτης του Ποινικού Τμήματος του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, και η Jacqueline O’Reilly, ανώτερη ειδική σύμβουλος του Γραφείου Διεθνών Υποθέσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SEC).
Σύνοψη των ευρημάτων
Η Ομάδα Εργασίας του ΟΟΣΑ για τη Δωροδοκία στις Διεθνείς Επιχειρηματικές Συναλλαγές (OECD Working Group on Bribery in International Business Transactions) ασκεί ιδιαίτερα αυστηρή κριτική στην Τουρκία για την πλημμελή εφαρμογή της σύμβασης.
Από το 2000, οπότε η Τουρκία κύρωσε τη σύμβαση, η Ομάδα Εργασίας έχει επανειλημμένα εντοπίσει σοβαρές ελλείψεις στην εφαρμογή της. Οι κυριότεροι τομείς ανησυχίας είναι:
– νομοθετικά κενά στην εταιρική ευθύνη, όπως οι ψευδείς λογιστικές καταστάσεις, η ευθύνη διαδόχου, η δήμευση και η εξάρτηση της εταιρικής ευθύνης από την καταδίκη φυσικού προσώπου,
– αδυναμία επιβολής χρηματικών προστίμων σε φυσικά πρόσωπα για δωροδοκία αλλοδαπών,
– μη αποτελεσματική ανίχνευση καταγγελιών για δωροδοκία αλλοδαπών, συμπεριλαμβανομένης της έλλειψης προστασίας πληροφοριοδοτών στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα,
– ουσιαστική απουσία ερευνών και διώξεων για πραγματικές καταγγελίες δωροδοκίας αλλοδαπών,
– έλλειψη εθνικής στρατηγικής για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών.
Ειδικότερα:
Τον Απρίλιο του 2026 η Τουρκία υπέβαλε τη διετή έκθεση παρακολούθησης στην Ομάδα Εργασίας. Σύμφωνα με το πόρισμα, έχει εφαρμόσει πλήρως μόλις 10 συστάσεις, έχει εφαρμόσει μερικώς 12, ενώ 49 παραμένουν ανεκπλήρωτες.
Η Ομάδα Εργασίας εκφράζει εκ νέου την απογοήτευσή της για τον μεγάλο αριθμό συστάσεων που εξακολουθούν να μην εφαρμόζονται, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται όλες σχεδόν οι συστάσεις ύψιστης προτεραιότητας που είχαν επισημανθεί ήδη από την έκθεση παρακολούθησης του Ιουνίου 2025. Παρά τις επανειλημμένες παροτρύνσεις του ΟΟΣΑ ήδη από το 2007, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η Τουρκία πρόκειται να θεσπίσει σύντομα νομοθεσία για την προστασία των πληροφοριοδοτών. Παράλληλα, δεν έχουν κατατεθεί οι αναγκαίες νομοθετικές τροποποιήσεις για την επιβολή ευθύνης σε εταιρείες όταν δεν υπάρχει καταδίκη φυσικού προσώπου ούτε για τα σχετικά λογιστικά αδικήματα. Επιπλέον, εξακολουθεί να μην υπάρχει μηχανισμός άμεσης διαβίβασης καταγγελιών περί δωροδοκίας αλλοδαπών στις εισαγγελικές αρχές.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί επίσης η αδυναμία της Τουρκίας να αποδείξει ότι έχει καταβάλει ουσιαστικές προσπάθειες για τη διερεύνηση και δίωξη πραγματικών υποθέσεων δωροδοκίας αλλοδαπών. Η προηγούμενη έκθεση είχε διαπιστώσει ότι σχεδόν τα δύο τρίτα των 23 γνωστών υποθέσεων δωροδοκίας αλλοδαπών που αφορούσαν Τούρκους ιδιώτες ή εταιρείες από το 2000 και μετά δεν είχαν καν διερευνηθεί, ενώ δεν υπήρξε ούτε μία καταδικαστική απόφαση. Συγκεκριμένα, 15 υποθέσεις δεν ερευνήθηκαν, έξι τέθηκαν στο αρχείο χωρίς άσκηση δίωξης και δύο κατέληξαν σε απαλλακτικές αποφάσεις. Εκτοτε η Τουρκία δεν έχει κινήσει καμία νέα έρευνα ή δίωξη, παρά το γεγονός ότι έχουν προκύψει ακόμα τρεις νέες καταγγελίες από το 2025 και μετά. Η Ομάδα Εργασίας απευθύνει σειρά συστάσεων προς την Τουρκία για τη βελτίωση αυτού του «άθλιου», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ιστορικού επιβολής του νόμου.
Η Τουρκία κλήθηκε επίσης να ενημερώσει την Ομάδα Εργασίας για τις ενέργειες επιβολής της νομοθεσίας περί δωροδοκίας αλλοδαπών στο πλαίσιο της διετούς έκθεσης παρακολούθησης. Ωστόσο, δεν παρείχε καμία σχετική ενημέρωση, παρά το σχετικό αίτημα. Οι τουρκικές Αρχές υποστηρίζουν ότι θα παράσχουν τις πληροφορίες μόνο όταν η αρμοδιότητα ανατεθεί σε εξειδικευμένη εισαγγελική μονάδα. Η εξήγηση αυτή χαρακτηρίζεται απαράδεκτη από την Ομάδα Εργασίας, η οποία επισημαίνει ότι η απουσία ειδικής μονάδας δεν εμπόδιζε μέχρι σήμερα την Τουρκία να υποβάλλει σχετικές εκθέσεις ούτε την απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση. Η έλλειψη οποιασδήποτε πληροφορίας οδηγεί, σύμφωνα με το πόρισμα, στο εύλογο συμπέρασμα ότι δεν έχει ληφθεί κανένα ουσιαστικό μέτρο για τη διερεύνηση νέων καταγγελιών μετά την προηγούμενη αξιολόγηση.
Η Ομάδα Εργασίας καλεί την Τουρκία να υποβάλει νέα γραπτή έκθεση τον Δεκέμβριο του 2026 σχετικά με την εφαρμογή 13 βασικών συστάσεων, ενώ παράλληλα θα πρέπει να ενημερώνει σε κάθε συνεδρίαση του ΟΟΣΑ για τις ενέργειες που αναλαμβάνει στον τομέα της καταπολέμησης της δωροδοκίας αλλοδαπών.
Αποκαλυπτικά ευρήματα για τις τακτικές και τις συνεχείς καθυστερήσεις της Αγκυρας
– Η Τουρκία δεν έχει αναπτύξει μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική για την πρόληψη, την ανίχνευση και την καταστολή της δωροδοκίας αλλοδαπών δημοσίων λειτουργών. Σύμφωνα με την Ομάδα Εργασίας του ΟΟΣΑ, μια αποτελεσματική στρατηγική θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον συστηματικό εντοπισμό και την αξιολόγηση των κινδύνων δωροδοκίας που συνδέονται τόσο με τον δημόσιο όσο και με τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και τον σχεδιασμό στοχευμένων μέτρων για την αντιμετώπισή τους.
– Η προηγούμενη έκθεση αξιολόγησης είχε συστήσει στην Τουρκία να αναθέσει σε ειδική εισαγγελική μονάδα την παρακολούθηση τόσο των εγχώριων όσο και των διεθνών μέσων ενημέρωσης, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα πληροφορίες και καταγγελίες που αφορούν περιστατικά δωροδοκίας αλλοδαπών. Ωστόσο, το σχέδιο τροποποίησης της Εγκυκλίου 157 του τουρκικού υπουργείου Δικαιοσύνης προβλέπει την παρακολούθηση μόνο των διεθνών μέσων ενημέρωσης, αφήνοντας εκτός τα εγχώρια μέσα, παρά το γεγονός ότι η σχετική σύσταση του ΟΟΣΑ καλύπτει και τις δύο κατηγορίες.
– Η έλλειψη αποτελεσματικού πλαισίου προστασίας των πληροφοριοδοτών (whistleblowers) εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που επισημαίνει ο ΟΟΣΑ ήδη από το 2007. Η έκθεση αξιολόγησης του 2014 διαπίστωσε ότι δεν είχε σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος, ενώ και στην έκθεση του 2024 καταγράφεται ότι η Τουρκία είχε δώσει «μια σειρά από ανεκπλήρωτες υποσχέσεις» για την αντιμετώπιση του ζητήματος. Η εικόνα δεν έχει αλλάξει ούτε σήμερα. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση παρακολούθησης, το τουρκικό υπουργείο Δικαιοσύνης περιορίζεται σε διαβουλεύσεις με το υπουργείο Εργασίας και άλλους δημόσιους φορείς, εξετάζοντας συγκριτικά μοντέλα προστασίας πληροφοριοδοτών που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες. Ωστόσο, δεν έχει καταρτιστεί κανένα σχέδιο νόμου, δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και, κατά συνέπεια, δεν υφίσταται εύλογη προσδοκία ότι θα υπάρξει σύντομα σχετική νομοθετική πρωτοβουλία.
– Παράλληλα, ο ΟΟΣΑ επαναλαμβάνει τη σύστασή του να ανατεθεί η κύρια ευθύνη για τον συντονισμό και τη διερεύνηση υποθέσεων δωροδοκίας αλλοδαπών σε εξειδικευμένη εισαγγελική μονάδα. Η τουρκική κυβέρνηση απαντά ότι προτίθεται να τροποποιήσει την Εγκύκλιο 157 του υπουργείου Δικαιοσύνης, ώστε οι σχετικές υποθέσεις να ανατίθενται στα Γραφεία Αδικημάτων Δημοσίων Υπαλλήλων ή, όπου αυτά δεν υπάρχουν, στους αρμόδιους εισαγγελείς. Μέχρι σήμερα, όμως, η τροποποίηση αυτή δεν έχει τεθεί σε ισχύ. Επιπλέον, ακόμα και αν εφαρμοστεί, δεν επιλύει το πρόβλημα των συγκρούσεων αρμοδιότητας μεταξύ των εισαγγελικών Αρχών της Αγκυρας και της Κωνσταντινούπολης σε υποθέσεις δωροδοκίας αλλοδαπών. Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι το ζήτημα καλύπτεται από τις γενικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, θέση που η Ομάδα Εργασίας θεωρεί ανεπαρκή.
– Ο ΟΟΣΑ συνιστά επίσης η αρμόδια εισαγγελική μονάδα να έχει άμεση πρόσβαση σε κάθε πληροφορία που αφορά υποθέσεις δωροδοκίας αλλοδαπών, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που περιέρχονται στην Ομάδα Εργασίας, να συμμετέχει στις συνεδριάσεις της και να αξιοποιεί συστηματικά τις πληροφορίες αυτές για την έναρξη ερευνών.
– Τέλος, η έκθεση επισημαίνει ότι η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 252 του τουρκικού Ποινικού Κώδικα θα επέτρεπε την επιβολή χρηματικών προστίμων σε φυσικά πρόσωπα για δωροδοκία αλλοδαπών, καλύπτοντας μία από τις βασικές απαιτήσεις της σύμβασης του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, ακόμα και με την προτεινόμενη αλλαγή, το ανώτατο προβλεπόμενο πρόστιμο θα παραμένει μόλις στο ήμισυ του ανώτατου προστίμου που προβλέπεται για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οπως επισημαίνει η Ομάδα Εργασίας, η αναντιστοιχία αυτή οδηγεί στο παράδοξο αποτέλεσμα το ξέπλυμα των εσόδων να τιμωρείται αυστηρότερα από το βασικό αδίκημα της δωροδοκίας που τα παράγει.
Τι σημαίνει το καμπανάκι κινδύνου που «χτύπησε» η έρευνα
Με τη δημόσια προειδοποίηση που εξέδωσε ο ΟΟΣΑ καλεί ξένες επιχειρήσεις, διεθνείς και πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες, κράτη-μέλη του οργανισμού και άλλες δικαιοδοσίες να εφαρμόζουν αυξημένη δέουσα επιμέλεια (enhanced due diligence) στις συναλλαγές τους με τουρκικές εταιρείες ή κατά την πραγματοποίηση επενδύσεων στην Τουρκία.
Στην πράξη η σύσταση αυτή μπορεί να μεταφραστεί σε:
– περισσότερους και αυστηρότερους ελέγχους πριν από τη σύναψη δημόσιων ή ιδιωτικών συμβάσεων,
– αυξημένες απαιτήσεις κανονιστικής συμμόρφωσης (compliance),
– εκτενέστερη τεκμηρίωση και παροχή πρόσθετων στοιχείων,
– υψηλότερο κόστος ελέγχων και συναλλαγών,
– μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα από επενδυτές, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ασφαλιστικούς οργανισμούς.
Ετσι, μια τουρκική εταιρεία που επιδιώκει να δραστηριοποιηθεί, για παράδειγμα, στην ευρωπαϊκή αγορά ενδέχεται να κληθεί να προσκομίσει:
– στοιχεία των πραγματικών δικαιούχων,
– φορολογικά και εταιρικά έγγραφα,
– πιστοποιήσεις κανονιστικής συμμόρφωσης,
– πολιτικές και εσωτερικές διαδικασίες καταπολέμησης της διαφθοράς,
– πλήρη στοιχεία για όλους τους ενδιάμεσους ή συνεργαζόμενους φορείς.
Ολα τα παραπάνω συνεπάγονται σημαντικές καθυστερήσεις και αυξημένο οικονομικό κόστος. Διαδικασίες που μέχρι σήμερα ολοκληρώνονταν μέσα σε λίγες ημέρες ενδέχεται πλέον να απαιτούν αρκετές εβδομάδες ή ακόμη και μήνες μέχρι να ολοκληρωθούν οι απαραίτητοι έλεγχοι. Παράλληλα, οι πρόσθετοι έλεγχοι που διενεργούνται από εξειδικευμένους συμβούλους και ελεγκτικές εταιρείες αυξάνουν το συνολικό κόστος των συναλλαγών, το οποίο συχνά μετακυλίεται στον πελάτη ή στον προμηθευτή.
Η δημόσια προειδοποίηση του ΟΟΣΑ παραμένει σε ισχύ έως ότου η Ομάδα Εργασίας διαπιστώσει ότι η αξιολογούμενη χώρα έχει αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις ελλείψεις που οδήγησαν στην έκδοσή της. Μέχρι τότε η πρόοδος της Τουρκίας θα εξακολουθήσει να παρακολουθείται στενά και η Ομάδα Εργασίας διατηρεί το δικαίωμα να λάβει πρόσθετα μέτρα, εφόσον κρίνει ότι απαιτείται περαιτέρω πίεση για την πλήρη εφαρμογή της σύμβασης του ΟΟΣΑ.
Οταν η Ομάδα Εργασίας κρίνει ότι οι λόγοι που οδήγησαν στην έκδοση της δημόσιας προειδοποίησης έχουν εκλείψει, θα εκδώσει νέα ανακοίνωση με την οποία θα γνωστοποιεί την άρση του μέτρου.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (17 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026)




