«Συναγερμό» στον οικονομικό σχεδιασμό της Ελλάδας χτυπά ο πόλεμος στο Ιράν, απειλώντας με ανατροπή τις προβλέψεις με τις οποίες έχει στηθεί ο Προϋπολογισμός του 2026. Το βασικό σενάριο στηρίζεται σε χαμηλότερες διεθνείς τιμές πετρελαίου και σε αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, αλλά όσο η σύγκρουση κλιμακώνεται τόσο αυξάνει η πιθανότητα για άμεση επίδραση στις τιμές και στον δημοσιονομικό χώρο.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Οπως αναφέρεται στην έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού 2026, η μέση τιμή του Brent για το 2026 έχει τεθεί στα 62,4 δολ. το βαρέλι, σε μια εικόνα πτώσης από τα 80,5 δολ. το 2024 και τα 68,9 δολ. το 2025. Πάνω σε αυτή τη βάση η ανάπτυξη τοποθετείται στο 2,4% το 2026 και ο στόχος για το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης στο 2,8% του ΑΕΠ.
ΤΑ ΣΤΕΝΑ ΤΟΥ ΟΡΜΟΥΖ
Η σύγκρουση, όμως, απειλεί να ανατρέψει τα πάντα. Σύμφωνα με την αμερικανική υπηρεσία ενέργειας, το 2024 και το πρώτο τρίμηνο του 2025 οι ροές από το Ορμούζ αντιστοιχούσαν σε πάνω από το ένα τέταρτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και σε περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και πετρελαιοειδών. Από το ίδιο σημείο περνούσε και περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι εναλλακτικές διαδρομές δεν μπορούν να «σηκώσουν» το ίδιο βάρος, καθώς η δυνατότητα παράκαμψης μέσω των υποδομών της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων εκτιμάται περίπου στα 2,6 εκατ. βαρέλια την ημέρα.
Με το πετρέλαιο να κινείται επί του παρόντος πέριξ των 80 δολ. ανά βαρέλι, όπως άλλωστε είχε προειδοποιήσει η Barclays ότι μπορεί να συμβεί ακόμη και με μια σχετικά περιορισμένης διάρκειας και έντασης διαταραχή, της τάξης του 1 εκατ. βαρελιών την ημέρα. Αναλυτές του Bloomberg περιγράφουν ότι, αν η διαταραχή επιμείνει, οι τιμές μπορεί να ανέβουν αισθητά μέσα στο 2026 και να φτάσουν κοντά στα 90 δολ. προς το τέλος του έτους, ενώ στις πιο δυσμενείς εκτιμήσεις ένα μπλοκάρισμα έστω και σύντομης διάρκειας στα Στενά του Ορμούζ έχει περιγραφεί ως γεγονός που θα μπορούσε να εκτινάξει την τιμή ακόμη και στα 120-150 δολ. το βαρέλι. Ηδη, ο ΟΠΕΚ δρομολογεί μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγής πετρελαίου για να περιορίσει την άνοδο των τιμών, αλλά η περισσότερη παραγωγή δεν εξασφαλίζει πως θα παραδίδεται ανεμπόδιστα, καθώς σε όλα αυτά τα σενάρια το κρίσιμο σημείο είναι τα Στενά του Ορμούζ…
Το εφιαλτικό σενάριο της οικονομίας αποκτά πλέον ρεαλιστική βάση

Αυτό είναι και το σενάριο το οποίο «καίει» άμεσα το οικονομικό επιτελείο στην Αθήνα. Η ίδια η έκθεση του Προϋπολογισμού του 2026 έχει ενσωματώσει ένα δυσμενές υποθετικό σενάριο για το πετρέλαιο, το οποίο πλέον δεν μοιάζει απλώς με μια άσκηση επί χάρτου, αλλά αποκτά ρεαλιστική βάση.
Στο κακό σενάριο της ειδικής άσκησης του Προϋπολογισμού εξετάζεται αύξηση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου κατά 40 δολ. ανά βαρέλι για όλο το 2026, με την τιμή να διαμορφώνεται άνω των 100 δολ. το βαρέλι. Σε αυτή τη περίπτωση, ο δείκτης τιμών καταναλωτή ανεβαίνει στο 4,7% αντί για 2,2% στο βασικό σενάριο, ενώ η πραγματική ανάπτυξη πέφτει στο 1,9% (από 2,4%). Η ιδιωτική κατανάλωση μειώνεται κατά περίπου 0,7% σε σχέση με το βασικό σενάριο και οι επενδύσεις κατά περίπου 0,9%.
Με βάση την ίδια υπόθεση σημειώνεται ακόμη ότι, επειδή ο υψηλότερος πληθωρισμός «φουσκώνει» το ΑΕΠ σε μέγεθος, τα δημόσια έσοδα θα έδειχναν αυξημένα κατά 1,4%, έναντι αύξησης 1% των δαπανών και το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης θα εμφανιζόταν χαμηλότερο κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το βασικό σενάριο. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν αναιρεί τον πυρήνα του προβλήματος, καθώς η «βελτίωση» που έρχεται από τις τιμές είναι πλασματική, επειδή δεν προέρχεται από περισσότερη παραγωγή και από μεγαλύτερα έσοδα, την ώρα μάλιστα που η ακρίβεια συμπιέζει τα εισοδήματα των νοικοκυριών, ανεβάζει το λειτουργικό κόστος για τις υπηρεσίες και για τη βιομηχανία, ενισχύοντας έτσι την πίεση για παρεμβάσεις που έχουν έκτακτο δημοσιονομικό βάρος.
Το ίδιο σενάριο δείχνει ότι η κρίση πλήττει και το εξωτερικό ισοζύγιο. Σε ονομαστικούς όρους οι εισαγωγές αυξάνονται περίπου κατά 7,4% σε σχέση με το βασικό σενάριο, ενώ αντίστοιχη είναι και η αύξηση των εξαγωγών.
Ας σημειωθεί πως στην Ελλάδα υπάρχει και ένας επιπλέον παράγοντας που την αφορά άμεσα. Η χώρα εισάγει μαζικά αργό πετρέλαιο και εξάγει διυλισμένα καύσιμα, τα οποία μάλιστα είναι μια βασική συνισταμένη των εξαγωγών της, άρα σε περιβάλλον υψηλότερων τιμών πετρελαίου μπορεί να ανέβουν και οι εξαγωγές καυσίμων σε αξία. Ωστόσο, το κρίσιμο είναι η πραγματική ισορροπία μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών, καθώς αν το ενεργειακό σοκ κρατήσει και οι τιμές εκτιναχθούν και η ζήτηση των πετρελαιοειδών ενδέχεται να επηρεαστεί. Παράλληλα, το κόστος των μεταφορών θα ανέβει, οι τιμές θα μεγεθυνθούν σε περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες, οι επιχειρήσεις θα αντιμετωπίζουν ολοένα υψηλότερα λειτουργικά έξοδα και η οικονομία θα ξαναμπεί σε φάση χαμηλότερης πραγματικής ανάπτυξης, ακόμα κι αν ορισμένες εξαγωγικές ροές δείχνουν πλασματικά μεγαλύτερες.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (6 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026)



