Ακόμα μία διεθνής κρίση. Ισως η ποιο δραματική των τελευταίων δεκαετιών, τόσο ως προς τις πιθανές επιπτώσεις στις οικονομίες και τις αγορές όσο και εξαιτίας του γεγονότος ότι σηματοδοτεί πλέον μια διαφορετική διάσταση του πεδίου κρίσεων, ανεξάρτητα από τη συχνότητα και τη διάρκειά τους.
ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ ΡΟΥΠΑ*
Αμυνες από πλευράς Ευρωπαϊκής Ενωσης ανύπαρκτες. Οσο για τις άμυνες που έχουν δομηθεί εγχωρίως, απλώς θα σταθώ σε πρόσφατη δήλωση του προέδρου του Eurogroup, υπουργού Οικονομικών κ. Πιερρακάκη, ότι «είναι ακόμη πολύ νωρίς για τη λήψη δραστικών μέτρων», προκειμένου ο καθένας να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Εν τω μεταξύ, χώρες του Νότου προβαίνουν σε μεμονωμένες, δυναμικές κινήσεις αντιμετώπισης των επιπτώσεων. Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση εξαγγέλλει μέτρα που υποδηλώνουν περιορισμένη αντίληψη.
Η διαχρονική αδυναμία άμεσης ανάπτυξης ουσιαστικών μηχανισμών άμυνας από πλευράς τόσο της Ε.Ε. όσο και της κυβέρνησης αναδεικνύει την παθογένεια της «αδράνειας». Αγνοείται, όμως, το γεγονός ότι διαμορφώνεται ένα επαναλαμβανόμενο «μοτίβο» ως προς τη δομή της οικονομίας που αναδεικνύει τη βάση παθογενειών: Οσο συχνότερα εμφανίζονται κρίσεις τόσο τα ενδογενή προβλήματα και οι στρεβλότητες αδύναμων οικονομιών που δεν αντιμετωπίζονται, εντείνονται προσθετικά.
Λύσεις εν αναμονή! Ελλειψη διορατικότητας. Ανυπαρξία πολιτικών που να σχεδιάζονται με βάση μακροπρόθεσμη στόχευση, με προβλέψεις και σενάρια, καθώς οι γεωπολιτικές ισορροπίες αλλάζουν εκτός ιστορικής πεπατημένης. Η αστάθεια επιστρέφει σε μόνιμη βάση. Οι αγορές θα συνεχίζουν να πιέζονται και η παγκόσμια οικονομία θα βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση αναδιατάξεων. Δυστυχώς, η απουσία «προληπτικού αμυντικού» σχεδιασμού και πολιτικών μακροπρόθεσμου ορίζοντα θα φανεί από τις επιπτώσεις της παρούσας κρίσης και των επομένων που θα ακολουθήσουν.
Ποιες χώρες είναι πραγματικά προετοιμασμένες να ισορροπήσουν; Υπάρχει χρόνος για τις αδύναμες οικονομίες να δημιουργήσουν πεδίο προστασίας; Υπάρχει δυνατότητα στην Ε.Ε. να δράσει ως ενιαία πολιτική και οικονομική οντότητα ή οι χώρες είναι πλέον υποχρεωμένες να δρουν μεμονωμένα, παρακάμπτοντας τις παθογένειες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και αναζητώντας συμμαχίες στη βάση διμερών σχέσεων εκτός του θεσμικού, ευρωπαϊκού πλαισίου;
Με διάθεση ρεαλισμού, πρέπει να δεχθούμε πως οι ενδοκοινοτικές παθογένειες εντείνονται έπειτα από κάθε κρίση, παρά το γεγονός ότι εκ των υστέρων βρίσκονται λύσεις «ενοποίησης» που δρουν κατασταλτικά και όχι όμως προληπτικά. Η ίδια βάση παθογενειών αναδεικνύεται από τις επιλογές πολιτικής στη χώρα. Δεν υπάρχουν διαμορφωμένες δομές «προστασίας» αλλά και υποστηρικτική δυναμική ανάπτυξης «έκτακτων συνθηκών». Η κυβέρνηση απλούστατα πορεύεται εδώ και χρόνια χωρίς αμυντική θωράκιση της οικονομίας και χωρίς την αίσθηση της μετάλλαξης της έννοιας της βιωσιμότητας σε «βιωσιμότητα ισχύος».
Εν μέσω της νέας κρίσης το χρέος χαρακτηρίζεται «υψηλού κινδύνου», καθώς ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται από 2,1% να βρεθεί στο 1,7% το 2027 και στο 0,7% κατά μέσο όρο από το 2028. Ο συνδυασμός του μειούμενου ρυθμού ανάπτυξης και του αυξανόμενου ποσοστού χρηματοδοτικών αναγκών από 9% του ΑΕΠ το 2027 σε 17% το 20236 διαμορφώνει ένα εκρηκτικό μείγμα, που είναι δυνατόν να οδηγήσει είτε σε νέα βαθιά κρίση είτε στην ανάδειξη εισπρακτικών και μόνον πολιτικών, προκειμένου να διατηρηθεί το πλεόνασμα στο αναγκαίο ποσοστό του 1,8% του ΑΕΠ, σύμφωνα με την Κομισιόν. Κατά συνέπεια πώς είναι δυνατόν να μη μιλάμε για κυοφορούμενη ανάδειξη μιας νέας προβληματικής -επιπρόσθετα πληθωριστικής- για την οικονομία με βάση αυτά τα απλά δεδομένα;
Αν η στόχευση της κυβέρνησης είναι απλώς να «συζητείται» ως στατιστικό δεδομένο η ανάπτυξη χωρίς ουσιαστικό αποτύπωμα για το μέλλον, να υπάρχει αδιαφορία για τις ανατιμήσεις, καθώς ο ΦΠΑ θα ενισχύει τα κρατικά ταμεία, τότε σίγουρα οδηγούμαστε σε αναπτυξιακή «οπισθοδρόμηση». Αν το ζητούμενο είναι η δομική ανάταξη τα επόμενα χρόνια, τότε χρειάζεται μία επιτυχημένη «νέα συμφωνία» (new deal). Ενα «new deal» που να χαρακτηρίζεται κυρίως από την έκφραση πολιτικής βούλησης αντίθετης σε κατεστημένες πολιτικές και συμφέροντα. Αυτή άλλωστε υπήρξε και η στόχευση του Φ. Ρούσβελτ, που επινόησε τις πολιτικές για την αντιμετώπιση της Μεγάλης Υφεσης. Μία νέα αναπτυξιακή σύμβαση μεταξύ όλων των παραγόντων.
Με τα σημερινά δεδομένα η παραπάνω πρόταση ίσως αποτελεί «εξτρεμιστική» τοποθέτηση. Τι πραγματικά θα πρέπει να εμπερικλείει μία τέτοια πολιτική πλατφόρμα που να προωθεί αναπτυξιακές ρίξεις όπως αυτές που επιδιώχθηκαν από την κυβέρνηση Ρούσβελτ; Σίγουρα το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι απλώς η κάθε μορφής διαπραγμάτευση αναφορικά με τον χειρισμό της «ρήτρας διαφυγής». Ως διαφυγή πλέον θα πρέπει να θεωρείται η αναγκαία μετάλλαξη της έννοιας της «βιώσιμης ανάπτυξης» υπό το πρίσμα των διεθνών εξελίξεων ως «βιώσιμη αναπτυξιακή ισχύς».
Η μετάλλαξη του πλαισίου «βιώσιμης ισχύος» υποχρεώνει την κυβέρνηση σε αναδιάταξη ως μία πλήρη αναπτυξιακή μεταστροφή νέας αρχιτεκτονικής με βασική φιλοσοφία την ουσιαστική αποκέντρωση. Ας μη διαφεύγει την προσοχή μας πως το «new deal» του Ρούσβελτ στόχευε στην έκφραση «πολιτικής βούλησης» απέναντι σε κατεστημένες πολιτικές και συμφέροντα. Επέβαλε ρυθμιστικά πλαίσια όπως περιορισμός της κερδοσκοπίας των τραπεζών (GlassSteagall), προώθησε πράξη κοινωνικής ασφάλισης με οικονομικές παροχές σε ασθενείς ομάδες, διασφάλιση συμμετοχής εργαζομένων σε συνδικάτα και πράξη δίκαιων προτύπων εργασίας, προώθηση «φόρο πλούτου» καθώς και φόρο αναδιανομής κερδών.
Μπορεί η προσέγγιση του Ρούσβελτ να μην είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ομως έδωσε το στίγμα για τη μετέπειτα πιο ισορροπημένη οικονομική φιλοσοφία των ΗΠΑ. Εστειλε μήνυμα. Προκάλεσε παραγωγικά «ρήγματα». Δόμησε τη βάση ουσιαστικής αναμόρφωσης σκέψης και λειτουργιών των μετέπειτα κυβερνήσεων. Δόμησε επί της ουσίας πνεύμα «παραγωγικών ρήξεων». Το πνεύμα εκείνο που λείπει από την πολιτική της Ε.Ε. και της χώρας.
*Οικονομολόγος
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 27/3/2026)



