ΙΟΒΕ: Ανθεκτικός και αναπτυσσόμενος ο κλάδος ζυθοποιίας στην Ελλάδα, παρά τις προκλήσεις

Η εικόνα του κλάδου έχει μεταβληθεί ουσιαστικά τα τελευταία 15 χρόνια

Ως ένας από τους πιο δυναμικούς και ανθεκτικούς τομείς της ελληνικής μεταποίησης αναδεικνύεται ο κλάδος της ζυθοποιίας, σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), την ώρα που καλείται να αντιμετωπίσει και σημαντικές προκλήσεις.

Η εικόνα του κλάδου έχει μεταβληθεί ουσιαστικά τα τελευταία 15 χρόνια. Από μόλις 11 μονάδες παραγωγής το 2008, η Ελλάδα αριθμεί πλέον 76 ζυθοποιίες το 2024, με την ανάπτυξη των μικροζυθοποιιών να αποτελεί βασικό μοχλό αυτής της επέκτασης. Η γεωγραφική διασπορά της παραγωγής ενισχύει τις τοπικές οικονομίες και συμβάλλει στη διαφοροποίηση του προϊόντος, αντανακλώντας τη στροφή των καταναλωτών προς πιο «artisan» επιλογές.

Σε όρους παραγωγής, η ελληνική μπίρα εμφανίζει σταδιακή ανάκαμψη μετά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας, προσεγγίζοντας το 2024 τα επίπεδα του 2008. Ωστόσο, το 2025 καταγράφηκε μικρή υποχώρηση της τάξης του 1,5%, γεγονός που υπογραμμίζει την ευαισθησία του κλάδου σε εξωγενείς παράγοντες.

Παράλληλα, ενισχύεται η εξωστρέφεια, με τις εξαγωγές να αντιστοιχούν πλέον στο 10,6% της παραγωγής, υποδεικνύοντας περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης στις διεθνείς αγορές.

Η αξία των πωλήσεων διαμορφώθηκε στα 626 εκατ. ευρώ το 2024, παρουσιάζοντας σημαντική αύξηση, η οποία ωστόσο αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στις πληθωριστικές πιέσεις και λιγότερο σε πραγματική ενίσχυση του όγκου. Την ίδια στιγμή, η κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα, αν και έχει ανακάμψει μετά το 2021, παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, διαμορφούμενη περίπου στα 41 λίτρα κατά κεφαλήν.

Συνολικά, ο κλάδος διατηρεί ισχυρή δυναμική, ωστόσο η περαιτέρω ανάπτυξή του θα εξαρτηθεί από την ανθεκτικότητα απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις και την ικανότητα αξιοποίησης των εξαγωγικών ευκαιριών.

Αλλαγή καταναλωτικού προτύπου
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αλλαγή στο καταναλωτικό πρότυπο. Η κατανάλωση μετατοπίζεται σταθερά από την εστίαση (HORECA) προς τη λιανική αγορά, εξέλιξη που ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και ενισχύθηκε στην πανδημία. Παρά τη σημασία του τουρισμού, η επιτόπια κατανάλωση δεν έχει επανέλθει πλήρως στα προηγούμενα επίπεδα.

Η συμβολή του κλάδου στην οικονομία είναι καθοριστική. Η συνολική προστιθέμενη αξία της αλυσίδας της ζυθοποιίας ανέρχεται σε 2,04 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 0,86% του ΑΕΠ, ενώ υποστηρίζονται περίπου 73.000 θέσεις εργασίας. Παράλληλα, τα φορολογικά έσοδα φτάνουν τα 1,53 δισ. ευρώ, γεγονός που καταδεικνύει τη σημασία του κλάδου για τα δημόσια οικονομικά.

Ωστόσο, οι προκλήσεις, σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, είναι πολυεπίπεδες. Η υψηλή φορολογία αποτελεί βασικό εμπόδιο, με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης (ΕΦΚ) στην Ελλάδα να συγκαταλέγεται στους υψηλότερους στην ΕΕ και να είναι σχεδόν 50% πάνω από τον μέσο όρο. Συνολικά, φόροι και ΦΠΑ αντιστοιχούν στο 41,8% της τελικής τιμής της μπίρας, επηρεάζοντας τόσο την τιμολογιακή πολιτική όσο και τη ζήτηση.

Παράλληλα, το αυξημένο κόστος ενέργειας, πρώτων υλών και μεταφορών, η εποχικότητα λόγω τουρισμού, καθώς και η αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες δημιουργούν ένα απαιτητικό περιβάλλον. Η κερδοφορία του κλάδου, αν και ανακάμπτει, παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.

Advertisement 5










Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ








Advertisement 5


Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ