Ο πρωτογενής τομέας, ειδικότερα η γεωργία, η κτηνοτροφία, η δασοκομία και η αλιεία αποτελεί, τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας, αφού απασχολεί σήμερα το 14% του εργατικού δυναμικού της χώρας, ενώ παράγει σταθερά 3,5%-4% ετησίως της εθνικής Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ).
ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΚΑΡΑΒΙΔΑ
Ειδικά η γεωργία, ως ο θεμελιώδης «πυλώνας» του πρωτογενούς τομέα, εισφέρει το 57% της ΑΠΑ και το 60% της απασχόλησης, κατέχοντας έναν ρόλο που ξεπερνά τα στενά οικονομικά όρια. Είναι ο θεματοφύλακας του φυσικού περιβάλλοντος και ο αρχιτέκτονας της εικόνας που συνθέτει το πολυδιάστατο τουριστικό μας προϊόν.
Κύριο σημείο προβληματισμού θεωρείται η ασθενής σχέση που παρουσιάζουν μεταξύ τους οι ανεπτυγμένοι κλάδοι της πρωτογενούς παραγωγής, δηλαδή της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της αλιείας συμπεριλαμβανόμενης και της υδατοκαλλιέργειας.
Στο ευρύτερο πλαίσιο μιας μακροσκοπικής θεώρησης της υπόστασης του πρωτογενούς τομέα αναδύονται σωρεία προβληματικών καταστάσεων, με επίκεντρο αναμφισβήτητα το αποδεδειγμένο πια στρεβλό σύστημα επιδοτήσεων. Πρόκειται για ένα σύστημα που οδήγησε σε υπερσυγκέντρωση της δραστηριότητας σε εντατικές καλλιέργειες, στην εγκατάλειψη ήπιων καλλιεργειών και στην πλασματική διαχείριση των δεδομένων, αφού επέτρεπε σωρεία αλλοιώσεων και την αφαίμαξη κοινοτικών κονδυλίων. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτού είναι προφανώς η υποβάθμιση του πρωτογενούς τομέα και του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και η επώδυνη απώλεια παραγωγικών πρακτικών και προϊόντων.
Επιπλέον, η συνεχής εκμετάλλευση, οι κακές πρακτικές και η αλόγιστη χρήση αγροχημικών προκάλεσαν όχι μόνο ζητήματα υποβάθμισης των φυσικών πόρων, αλλά κατέστησαν σημαντικό μέρος της γεωργικής παραγωγής επιβαρυμένο με υπολείμματα φυτοφαρμάκων, με άμεσες επιπτώσεις στην εμπορευσιμότητα των προϊόντων.
Περαιτέρω σειρά αρνητικών παραγόντων και ιδιαιτεροτήτων, όπως ο μικρός κλήρος και το χαμηλό ποσοστό τυποποίησης, επιφέρουν δραματική μείωση της κερδοφορίας των παραγωγών.
Αυτό οδηγεί σε αυξημένη έκθεσή τους στις πιέσεις της αγοράς και των μεσαζόντων σε συνδυασμό με την αδυναμία τους να υιοθετήσουν σύγχρονες βιώσιμες πρακτικές τόσο περιβαλλοντικά όσο και οικονομικά. Ειδικά στον κλάδο της αλιείας και τη βιωσιμότητά του ως οικονομικής δραστηριότητας, όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, το ζήτημα της υπεραλίευσης και της μείωσης των ιχθυοαποθεμάτων εκτιμάται ως μείζονα προτεραιότητα παρέμβασης.
Επί τούτου, καθοριστικός ανασταλτικός παράγοντας είναι η απουσία χωροταξικής οργάνωσης των δραστηριοτήτων, με εμφανή την αδυναμία της Πολιτείας να υλοποιήσει μια ολοκληρωμένη πολιτική για την πρωτογενή παραγωγή και να περιορίζεται μόνο σε μέτρα διαθεσιμότητας φυσικών πόρων όπως αναδιανομές γης, αποξηράνσεις και αρδευτικά δίκτυα.
Εν τέλει, κυρίαρχο σημείο προβληματισμού αποτελούν τα χαμηλά επίπεδα διασύνδεσης μεταξύ των κλάδων της πρωτογενούς παραγωγής (π.χ., μεταξύ γεωργίας – κτηνοτροφίας) ή μεταξύ της πρωτογενούς και των άλλων τομέων, με επίκεντρο τον τουρισμό, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης, να επιφέρει προστιθέμενη αξία στα προϊόντα και να οδηγήσει σε βραχείες αλυσίδες εμπορίας.
Παρά ταύτα, οι βασικοί κλάδοι της πρωτογενούς παραγωγής αντιμετωπίζονται ξεχωριστά, ενώ οι αδυναμίες και τα ζητήματα παρεμβάσεων θεωρούνται ταυτόσημα. Επί αυτού, παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις τους, αφορούν εν τέλει τις ίδιες γεωγραφικές και πληθυσμιακές ενότητες, ενώ παράλληλα προσδιορίζονται στη βάση κοινών χαρακτηριστικών και συσχετισμών.
Στο συγκεκριμένο πλαίσιο και με βάση τις πολιτικές της Ε.Ε. για τον πρωτογενή τομέα απαιτείται πλέον η άρθρωση χωρικά ολοκληρωμένων διακλαδικών πολιτικών. Επί αυτού, για τον σύγχρονο σχεδιασμό και την οργάνωση της πρωτογενούς παραγωγής κρίνεται αναγκαία η ολοκλήρωση κρίσιμων εργαλείων λήψης αποφάσεων, όπως οι δασικοί χάρτες, η κτηματογράφηση, το ελαιοκομικό μητρώο και η ανάδειξη γεωργικών περιοχών υψηλής οικολογικής αξίας.
Με λίγα λόγια, χρειαζόμαστε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό που θα εστιάζει σε διακλαδικά τοπικά ή περιφερειακά αναπτυξιακά σχέδια με ορθολογική χωρική οργάνωση δραστηριοτήτων και ανάδειξη ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων. Η στόχευση αυτονόητα είναι η αξιοποίηση τοπικών ποικιλιών στην παραγωγή και η προβολή των ιδιαίτερων γευστικών και περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών τους με απόλυτη έμφαση στην ανάδειξη της μικρής κλίμακας ήπιας παραγωγής.
Ως εκ τούτου, αναγκαία είναι η ριζική αναθεώρηση του συστήματος ενισχύσεων, έτσι ώστε να ενισχύονται οι διαδικασίες και οι περιοχές που προσδίδουν ξεκάθαρο ανταγωνιστικό ή περιβαλλοντικό όφελος και να αποθαρρύνεται η κάθε είδους καιροσκοπική εμπλοκή με την παραγωγή.
Με την υιοθέτηση τέτοιων πολιτικών επιτυγχάνεται η ζωτική διασύνδεση μεταξύ διαφορετικών παραγωγικών τομέων, με αιχμή την αγροτική παραγωγή και τον τουρισμό. Σε αυτήν την κατεύθυνση είναι εφικτή η αξιοποίηση των δραστηριοτήτων του τουρισμού -φιλοξενία, εστίαση- στην ανάδειξη τοπικών προϊόντων και στην ανάπτυξη τοπικών αλυσίδων εμπορίας μεταξύ παραγωγών και τουριστικών επιχειρήσεων.
Πέραν αυτού, ενθαρρύνεται η ανάπτυξη δομών συνεργασίας και συνεκμετάλλευσης, με την υποστήριξη ομάδων παραγωγών που αναπτύσσουν εξωστρεφείς επιχειρηματικές πρακτικές και ανταλλάσσουν τεχνογνωσία.
Ανάλογες πρακτικές οδηγούν σε προώθηση σύγχρονων μορφών συλλογικών εκμεταλλεύσεων, όπως κτηνοτροφικά πάρκα και συνεργατικές δραστηριότητες μεταποίησης και τυποποίησης. Παράλληλα, αναπτύσσονται συλλογικές υποδομές και δραστηριότητες στην επεξεργασία και την αξιοποίηση των υπολειμμάτων και αποβλήτων της παραγωγής, όπως, για παράδειγμα, η παραγωγή καυσίμων από γεωργικά υπολείμματα.
Είναι γεγονός πως η δομή της διοίκησης παραμένει πολύπλοκη και εμπλέκει φορείς με διαφορετικές αντιλήψεις. Παρά ταύτα, σε μια ισχνή οικονομία, η ανάπτυξη της πρωτογενούς παραγωγής προκύπτει ως η πλέον σημαντική διέξοδος, με σαφείς προοπτικές οικολογικής βιωσιμότητας και οικονομικής άνθησης. Σε μια οικονομία που αναζητά νέες βάσεις, η επιστροφή στην παραγωγή δεν είναι οπισθοδρόμηση, αλλά η πιο σύγχρονη και βιώσιμη απάντηση στις προκλήσεις του μέλλοντος.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (27 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026)



