Τράπεζες: Με το σταγονόμετρο τα δάνεια στις μικρομεσαίες

Η νέα ενεργειακή και γεωπολιτική αβεβαιότητα σφίγγει κι άλλο τη στρόφιγγα, κρατώντας ακριβό το χρήμα και πιο αυστηρά τα τραπεζικά φίλτρα για τις ΜμΕ

Ακριβό και όλο και πιο δύσκολο στην πρόσβαση παραμένει το τραπεζικό χρήμα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σε μια στιγμή που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ξανανεβάζει το θερμόμετρο της αβεβαιότητας για την οικονομία της ευρωζώνης.

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι μειώσεις επιτοκίων απομακρύνονται, αλλά ότι το νέο διεθνές σοκ ενισχύει εκ νέου το ρίσκο, άρα και την προθυμία των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν μικρότερες επιχειρήσεις με πιο ευάλωτο προφίλ. Αυτό σημαίνει πιο αυστηρές αξιολογήσεις, πιο «ακριβά» δάνεια και μεγαλύτερη εξάρτηση από ίδια κεφάλαια, ακριβώς σε μια περίοδο που το κόστος λειτουργίας παραμένει υψηλό.

Υπενθυμίζεται πως στις 19/03/2026 η ΕΚΤ άφησε αμετάβλητα τα τρία βασικά επιτόκια και προειδοποίησε ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει κάνει τις προοπτικές σημαντικά πιο αβέβαιες, δημιουργώντας ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό και καθοδικούς για την ανάπτυξη. Στις ίδιες προβολές, η κεντρική τράπεζα ανέβασε την πρόβλεψη για τον γενικό πληθωρισμό του 2026 στο 2,6% και ταυτόχρονα κατέβασε την πρόβλεψη για την ανάπτυξη της ευρωζώνης στο 0,9%, επισημαίνοντας ότι η επιβάρυνση έρχεται από ακριβότερη ενέργεια, πίεση στα πραγματικά εισοδήματα και πιο ισχνή εμπιστοσύνη. Με άλλα λόγια, το σενάριο γρήγορης αποκλιμάκωσης του κόστους χρήματος γίνεται ολοένα και πιο… απόμακρο.

Τα πρακτικά τής εν λόγω συνεδρίασης, που δημοσιεύτηκαν στις 16/04/2026, αποκαλύπτουν ακόμη πιο καθαρά πώς μεταφράζεται το σοκ της ενέργειας στην πραγματική οικονομία και πώς το «βλέπει» η ίδια η Φρανκφούρτη. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου σημείωσαν ότι ο πόλεμος διαταράσσει τις αγορές εμπορευμάτων, πιέζει το πραγματικό εισόδημα και την εμπιστοσύνη, και είναι πιθανό να επιβαρύνει τόσο την κατανάλωση όσο και τις επενδύσεις. Παράλληλα, συζητήθηκε ότι οι έμμεσες επιδράσεις από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας μπορεί να είναι ισχυρότερες απ’ όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί, με μετακύλιση σε ευρύτερο φάσμα προϊόντων και πιθανές δευτερογενείς πιέσεις στον πληθωρισμό. Φυσικό επακόλουθο για τις τράπεζες, να γίνονται πιο επιφυλακτικές στο ζήτημα της δανειοδότησης.

Πιο ακριβό το κόστος δανεισμού για τις ελληνικές εταιρίες έναντι της ευρωζώνης

Ηδη πριν από τον πόλεμο και λόγω της γενικευμένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας η έρευνα bank lending survey της ΕΚΤ έδειξε ότι οι τράπεζες της ευρωζώνης από το τέλος του 2025 αυστηροποίησαν τα πιστοδοτικά τους κριτήρια για επιχειρηματικά δάνεια, με βασικούς λόγους την αυξημένη αντίληψη κινδύνου και τη χαμηλότερη ανοχή τους απέναντι στο ρίσκο.

Η ίδια έρευνα έδειξε επίσης ότι η ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια δεν αυξήθηκε επειδή οι εταιρίες ετοιμάζουν νέο επενδυτικό κύμα, αλλά κυρίως λόγω αυξημένων αναγκών για αποθέματα, κεφάλαιο κίνησης και αναχρηματοδότηση. Το ανωτέρω είναι μια κρίσιμη διάκριση καθώς δείχνει πως το τραπεζικό χρήμα ζητείται περισσότερο για να εξασφαλιστεί η καθημερινή λειτουργία παρά για να στηριχτεί ο επόμενος κύκλος επέκτασης.

Στην Ελλάδα η εικόνα αυτή αποτυπώνεται στα επίσημα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος για τον Φεβρουάριο του 2026. Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των νέων δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο 4,57%, ενώ το περιθώριο ανάμεσα στο μέσο επιτόκιο νέων καταθέσεων και νέων δανείων έμεινε στις 4,26 ποσοστιαίες μονάδες. Για τα δάνεια τακτής λήξης με κυμαινόμενο επιτόκιο προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το μέσο επιτόκιο ανέβηκε στο 4,19%. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το στοιχείο για τα δάνεια έως 250.000 ευρώ, δηλαδή για την κατηγορία που βρίσκεται πιο κοντά στις ανάγκες της μικρής επιχείρησης, όπου το μέσο επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 4,74%.

Η σύγκριση με την ευρωζώνη είναι αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τα αντίστοιχα στοιχεία της ΕΚΤ για τον ίδιο μήνα, ο σύνθετος δείκτης κόστους δανεισμού για νέες επιχειρηματικές χορηγήσεις στην ευρωζώνη ήταν 3,51%, ενώ για νέα δάνεια έως 250.000 ευρώ το μέσο επιτόκιο ήταν 3,66%. Αυτό σημαίνει ότι ο μικρός επιχειρηματίας στην Ελλάδα συνεχίζει να δανείζεται ακριβότερα από τον μέσο Ευρωπαίο ανταγωνιστή του, ακόμη και πριν ληφθεί υπόψη η αυστηρότητα των κριτηρίων ή η μεγαλύτερη δυσκολία πρόσβασης για τους ασθενεστέρους. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, αυτή η απόκλιση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τη βιωσιμότητα και τα επενδυτικά σχέδια των ΜμΕ.

Το πρόβλημα, όμως, δεν εξαντλείται στο ύψος του επιτοκίου. Η SAFE της ΕΚΤ έδειξε ότι στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 οι συνθήκες τραπεζικού δανεισμού στην ευρωζώνη αυστηροποιήθηκαν περαιτέρω, με το 12% των επιχειρήσεων να δηλώνει αύξηση στα επιτόκια των τραπεζικών δανείων, έναντι μόλις 2% στο προηγούμενο τρίμηνο. Για τις ΜμΕ ειδικά, το αντίστοιχο καθαρό ποσοστό ήταν 13%. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις κατέγραψαν μικρή επιδείνωση και στη διαθεσιμότητα των τραπεζικών δανείων.

Αυτή η πίεση εξηγεί γιατί οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να στηρίζονται υπέρμετρα στα δικά τους κεφάλαια. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων κατέγραψε ότι οι χρηματοδοτικοί περιορισμοί επηρεάζουν το 13,5% των ελληνικών επιχειρήσεων, υπερδιπλάσιο ποσοστό από τον μέσο όρο της Ε.Ε. που είναι 6,1%, ενώ το 73% χρηματοδοτεί τις επενδύσεις του κυρίως από εσωτερικούς πόρους. Στην ίδια έρευνα, οι επιχειρήσεις ανέδειξαν ως βασικά εμπόδια το υψηλό ενεργειακό κόστος, την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, την αβεβαιότητα για το μέλλον και τα ρυθμιστικά βάρη.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 24/4/2026)

Advertisement 5










Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ








Advertisement 5


Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ