Εστιάζοντας στις εξελίξεις και στα γεγονότα που διαμορφώνουν τη νέα πραγματικότητα των αρχών του 21ου αιώνα, στο επίκεντρο του 11oυ Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, βρέθηκε -και- η Τεχνητή Νοημοσύνη (Τ.Ν.), η οποία, πλέον, αναδεικνύεται σε καταλύτη τεκτονικών αλλαγών για τη δημοκρατία, την εργασία και την κοινωνική συνοχή, θέτοντας επί τάπητος την ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου στην ψηφιακή εποχή.
Του Νάσου Χατζητσάκου
Το πάνελ, το οποίο συντόνισε ο Νίκος Ερηνάκης, επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και επιστημονικός διευθυντής ENA, την πρώτη ημέρα του Φόρουμ, το οποίο άρχισε στις 22 Απριλίου και ολοκληρώνεται αύριο, 25 Απριλίου του 2026, ανέδειξε τις βαθιές μεταβολές που ήδη συντελούνται σε θεσμούς, παραγωγή και καθημερινή ζωή, με αιχμή τις αρχές της ισότητας, της ατομικής αυτονομίας και της ψηφιακής κυριαρχίας, υπό το βάρος της ραγδαίας εξέλιξης της Τ.Ν. «Βρισκόμαστε μπροστά σε μια επανάσταση. «Η Τ.Ν. αποτελεί τον νέο “ηλεκτρισμό”, αλλάζοντας πολλά στις ζωές μας. Θα βρεθούμε αντιμέτωποι με τεκτονικές αλλαγές» τόνισε ο Ευάγγελος Κάνουλας, καθηγητής και ιδρυτής στο University of Amsterdam, εστιάζοντας στους τομείς της εργασίας και των σχετικών υποδομών ισχύος. Η ενσωμάτωση της Τ.Ν. από τις επιχειρήσεις -πρόσθεσε- οδηγεί στον περιορισμό του κόστους, στη βελτίωση της παραγωγής και της απόδοσης, αλλά συνοδεύεται από μείωση των θέσεων εργασίας. Ετσι, όπως υπογράμμισε ο κ. Κάνουλας, «μπορεί να βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα εντελώς άγνωστο περιβάλλον, όπου έχει μεταβληθεί ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την εργασία ή το κοινωνικό κράτος, καταλήγοντας πως είναι κρίσιμο να σκεφτούμε πώς θα οργανώσουμε εκ νέου δίκαια την παραγωγή και τις εργασιακές σχέσεις».
Από την πλευρά της, η Ευγενία Μπόζου, επικεφαλής Κυβερνητικών Υποθέσεων και Δημόσιας Πολιτικής για την Google στην Ελλάδα, στην Κύπρο και στη Μάλτα, αναφέρθηκε στο τρίπτυχο εκπαίδευση, εργασία, ρυθμιστικό πλαίσιο. Οπως σημείωσε, είναι κρίσιμο η Τ.Ν. να ενταχθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία με τρόπο που να καλλιεργεί την κριτική σκέψη και την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων. Για τον λόγο αυτόν, όπως είπε, χρειάζεται επαναπροσδιορισμός της εκπαίδευσης από νωρίς, αλλά και έμφαση στο upskilling και το reskilling, ώστε να συμβαδίσει με τις ραγδαίες αλλαγές. Σε ό,τι αφορά τον αντίκτυπο της Τ.Ν. στην αγορά εργασίας, η κυρία Μπόζου τόνισε πως θα υπάρξει μια πραγματική επανάσταση, όπου ακόμα δεν έχει γίνει σαφές σε ποιον βαθμό η κοινωνία θα προλάβει να δημιουργήσει νέες θέσεις που να ανταποκρίνονται στη νέα πραγματικότητα.
Στην αλλαγή των ισορροπιών στο κοινωνικό συμβόλαιο και στην ηθική κάθε κοινωνίας με την έλευση της Τ.Ν. στάθηκε ο Χαράλαμπος Τσέκερης, αναπληρωτής πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής. Τόνισε ότι η διατάραξη δημιουργεί μια αστάθεια ανάμεσα στον online και τον offline κόσμο, που οδηγεί σε μια σταδιακή κατάρρευση της αίσθησης της πραγματικότητας και αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη, η οποία αποτελεί θεμελιώδη συνεκτικό ιστό της κοινωνίας και του κοινωνικού συμβολαίου. Το κρίσιμο ερώτημα, όπως ανέφερε, είναι πώς θα οικοδομήσουμε ξανά σχέσεις εμπιστοσύνης και πώς θα προστατεύσουμε την αλήθεια, η οποία αποτελεί τη βάση της δημοκρατίας.
Στο ζήτημα της ισότιμης πρόσβασης και στις ρυθμιστικές προκλήσεις εστίασε η Ευγενία Σιαπέρα, καθηγήτρια, (co)director UCD Centre for Digital Policy, στο University College Dublin, στην Ιρλανδία. Οπως τόνισε, βρισκόμαστε μπροστά στην ανάγκη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου για την ψηφιακή δημοκρατία, όπου όλα τα μέρη θα συμμετέχουν με ίσους όρους. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, όπως η στέγαση, η εκπαίδευση και το κοινωνικό κράτος, ενώ, όπως σημείωσε, υπάρχουν ήδη έρευνες κοινής γνώμης σύμφωνα με τις οποίες η πλειονότητα των πολιτών εμφανίζεται αντίθετη στην άκριτη υιοθέτηση της Τ.Ν. και ανησυχεί και για τη χρήση της στον πόλεμο αλλά και την ανεξέλεγκτη συλλογή δεδομένων.
Επίσης, η κυρία Σιαπέρα έθεσε το ζήτημα της τεχνολογικής κυριαρχίας. Αναφέρθηκε σε πρωτοβουλίες όπως το Digital Omnibus, επισημαίνοντας ότι η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη, αλλά εντάσσεται σε γεωπολιτικά πλαίσια ισχύος, όπου συχνά προέχουν οι εταιρίες και τα κράτη έναντι των πολιτών.
Κίμπερλι Γκίλφοϊλ: «Χωρίς την Ελλάδα δεν θα υπήρχαν οι ΗΠΑ»

«Οι δεσμοί μας γίνονται κάθε μέρα όλο και ισχυρότεροι, χάρη σε ανθρώπους που ενισχύουν τις οικονομίες μας με καινοτομία» τόνισε η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, από το βήμα του 11oυ Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, στέλνοντας μήνυμα για την περαιτέρω ανάπτυξη των ήδη ισχυρών ελληνοαμερικανικών δεσμών.
Η κυρία Γκίλφοϊλ εστίασε, μεταξύ άλλων, σε Ελληνες πλοιοκτήτες, οι οποίοι βοηθούν στην αναζωογόνηση του αμερικανικής ναυτιλίας. Δεν παρέλειψε, παράλληλα, να μνημονεύσει τα ιδανικά που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, τα οποία, όπως είπε, έδωσαν ζωή και στο δικό της έθνος. «Χωρίς την Ελλάδα δεν θα υπήρχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής» σχολίασε επιδοκιμαστικά.
Αναφερόμενη στη μέχρι στιγμής θητεία της ως πρέσβεως στην Αθήνα, δήλωσε «κινηθήκαμε γρήγορα και με έναν ξεκάθαρο σκοπό: να οδηγήσουμε τη διμερή συνεργασία σε ιστορικά υψηλά επίπεδα». «Οι εμπορικοί και επενδυτικοί δεσμοί είναι ισχυροί και θα συνεχίσουν να ισχυροποιούνται με τεράστια οφέλη για τα δύο σπουδαία έθνη» επισήμανε, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί αφενός στις συμφωνίες για τους υδρογονάνθρακες, αφετέρου στο στρατηγικό deal για την αποστολή αμερικανικού LNG στην Ουκρανία μέσω του Κάθετου Διαδρόμου.
Επιπλέον, η Αμερικανίδα πρέσβης υπογράμμισε ότι η διμερής συνεργασία δεν αφορά μόνο την ενέργεια. Υπάρχει, όπως υπενθύμισε, η συμφωνία για τα κρίσιμα μέταλλα, για την αναζήτηση νέων τεχνολογιών, για την Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά και για την ασφάλεια. «Οταν Αμερικανοί και Ελληνες συνεργάζονται, ενωμένοι με κοινές αξίες και με κοινό σκοπό, δεν υπάρχει όριο στα όσα μπορούν να πετύχουν» τόνισε με νόημα.
Μετά την τοποθέτηση της κυρίας Γκίλφοϊλ, άρχισε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση υπό τον συντονισμό της Paula Dobriansky, αντιπροέδρου του Scowcroft Center for Strategy and Security στο Atlantic Council. Ο James M. Lindsay, ανώτερος εταίρος για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στο Council on Foreign Relations (CFR), παρατήρησε ότι η φύση της παγκόσμιας αρένας έχει αλλάξει. Οπως ανέφερε, «αν και ο πρόεδρος Τραμπ αναγνώρισε ότι έχουμε περάσει σε μια εποχή γεωπολιτικού ανταγωνισμού, την ίδια στιγμή ουδέποτε αποδέχθηκε τα θεμέλια της τάξης που βασίζεται σε κανόνες. Βέβαια, σε αυτό τηρεί μια απολύτως συνεπή στάση, καθώς τα ίδια υποστήριζε και παλαιότερα, πριν εκλεγεί στο ανώτερο αξίωμα της χώρας. Και το επιχείρημά του ήταν σταθερά ότι η Αμερική βγαίνει χαμένη».
Συνεργάτες Τραμπ: Ο πόλεμος βρίσκεται στο τέλος του

Atlas, Λένα Αργύρη,
Alex Bruesewitz,
Χρήστος Μαραφάτσος,
Matthew Boyle
Κατά την πρώτη ημέρα του Φόρουμ, στο επίκεντρο βρέθηκαν και η πορεία της σύγκρουσης με το Ιράν, η στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ και οι πολιτικές ισορροπίες στις ΗΠΑ, με τη συμμετοχή προσώπων που συνδέονται άμεσα με το περιβάλλον του Αμερικανού προέδρου.
Ο κ. Matthew Boyle, Washington Bureau Chief, του Breitbart News Network, ανέφερε ότι «δεν είμαι ενθουσιασμένος για κανέναν πόλεμο», προσθέτοντας, ωστόσο, ότι «το κίνημα MAGA δεν έχει αλλάξει θέση και είναι με τον πρόεδρο Τραμπ όσον αφορά το Ιράν».
Υποστήριξε ότι «είμαστε κοντά στο διπλωματικό τέλος του πολέμου» και εξέφρασε την εκτίμηση ότι «οι Ιρανοί θα δεχτούν τη συμφωνία».
Ο Alex Bruesewitz, CEO της X Strategies, τόνισε ότι «ο πρόεδρος έχει την ίδια θέση για το Ιράν καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιτικής του ύπαρξης», υπογραμμίζοντας ότι «ο πρόεδρος ξέρει τι κάνει». Εκτίμησε ότι «ο πόλεμος θα τελειώσει το ταχύτερο» και σε κάθε περίπτωση «θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές».
Ο Scott Atlas, Robert Wesson Senior Fellow in Health Policy στο Hoover Institution του Stanford University, ανέφερε ότι «βρισκόμαστε προς το τέλος του πολέμου στο Ιράν». Παράλληλα, υποστήριξε ότι «μια σειρά θεμάτων που έπρεπε να αντιμετωπιστούν από τον πρόεδρο έχει αντιμετωπιστεί».
Ο Χρήστος Μαραφάτσος, πρόεδρος των Greeks for Trump, ανέφερε ότι «ο πρόεδρος είναι επίμονος και πάντα επιλέγει τις λύσεις, ακόμη κι αν είναι δύσκολες». «Το κίνημα MAGA παραμένει ισχυρό, είναι εδώ και θα παραμείνει» κατέληξε.
Steve Bannon: Οι επόμενες μάχες θα αφορούν τη ναυσιπλοΐα
Την εκτίμηση ότι οι μεγάλες μάχες των επόμενων δεκαετιών θα δοθούν για τις θαλάσσιες διαδρομές και για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα εξέφρασε ο Steve Bannon, πρώην επικεφαλής Στρατηγικής στον Λευκό Οίκο επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ, στο πλαίσιο του 11oυ Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.
Σε συζήτηση που είχε διαδικτυακά με τον Matthew Boyle, επικεφαλής του γραφείου της Breitbart News Network στην Ουάσινγκτον, ο κ. Bannon παραδέχτηκε ότι υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός με την Κίνα για το ποιος θα ελέγχει τα λιμάνια. «Οι Ελληνες είναι υπερδύναμη σε αυτόν τον τομέα και πιστεύω εκτιμούν πολύ το θέμα της ελεύθερης ναυσιπλοΐας» σημείωσε.
Είτε πρόκειται για την Ερυθρά Θάλασσα είτε για την Ανταρκτική ή για τον Παναμά ή για τα Στενά του Ορμούζ ή για τον Κόλπο του Ομάν, πρόσθεσε, «θα είναι η μεγαλύτερη σύγκρουση των επόμενων δεκαετιών». Θα δοθούν -συνέχισε- πολλές μάχες για τις θαλάσσιες εφοδιαστικές αλυσίδες. «Οι Ελληνες θα αποτελέσουν κρίσιμο κομμάτι σ’ αυτό» συμπλήρωσε.
Οσον αφορά το ζήτημα των εμπορικών δασμών, ο κ. Bannon θέλησε να εξηγήσει ότι η ουσία της συγκεκριμένης πολιτικής βασίζεται στην επαναφορά της παραγωγής στο έδαφος των ΗΠΑ, με τον Ντόναλντ Τραμπ να επιθυμεί να μετατρέψει τη χώρα σε έναν βιομηχανικό ηγεμόνα. Η επιστροφή της Ουάσινγκτον στη θέση της κυρίαρχης βιομηχανικής δύναμης θα ωφελήσει τον κόσμο, όπως εκτίμησε, καθώς ο πρόεδρος Τραμπ είναι κατά της αποικιοκρατίας.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 24/4/2026)



