Εφιαλτική τριετία, με αρνητική ανάπτυξη

Η «DEALnews» παρουσιάζει την ανάλυση του Ινστιτούτου Levy Economics που υποστηρίζει ότι η οικονομία

Σύμφωνα με το μοντέλο, η αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται να επιβραδυνθεί σε 1,3% το 2026, σε 0,7% το 2027 και τελικά να φτάσει στο -0,5% έως το 2029

Κόντρα στο αισιόδοξο κλίμα για την ελληνική οικονομία που καλλιεργούν συστηματικά τόσο η κυβέρνηση όσο και οργανισμοί φιλικοί προς εκείνη (think tanks, ερευνητικά τμήματα των μεγάλων συστημικών τραπεζών κ.ά.), ανάλυση του Levy Economics Institute of Bard College με τίτλο «Ελλάδα: Πλοήγηση σε ταραγμένα νερά» υποστηρίζει ότι η χώρα μας οδεύει σε οικονομική στασιμότητα και ύφεση μετά το 2027.

Οπως επισημαίνεται, αν και η τρέχουσα κατάσταση της οικονομίας φαίνεται να έχει επιστρέψει στην «κανονικότητα» μετά την οικονομική κρίση του 2009-2015 και την πανδημία την περιόδου 2020-2021, οι σοβαρές προκλήσεις είναι μπροστά. Η ανάλυση δείχνει ότι η σφικτή δημοσιονομική πολιτική, οι συνεχείς αρνητικές συνθήκες (πληθωρισμός, συμπιεσμένοι μισθοί, στάσιμο διαθέσιμο εισόδημα) και η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης θα επιδεινώσουν τις προοπτικές της οικονομίας. Από το 2027 η Ελλάδα θα βιώσει την αρχή μιας οικονομικής συρρίκνωσης, με αύξηση της ανεργίας, περαιτέρω μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και ακόμα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας.

Σημειώνεται πως η λαθεμένη χρήση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης ήταν, δυστυχώς, άλλη μια χαμένη ευκαιρία, καθώς με διαφορετική αξιοποίηση των πόρων θα μπορούσαν να μπουν οι βάσεις για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, με στόχο την υποκατάσταση των εισαγωγών. Πλέον, όμως, βρισκόμαστε στο «business as usual» της «οικονομίας του καφέ», μιας οικονομίας, δηλαδή, που εξαρτάται κυρίως από τον τουρισμό και τις συναφείς δραστηριότητες, οι οποίες δεν μπορούν να οδηγήσουν σε βιώσιμη ανάπτυξη, ούτε βέβαια να ανεβάσουν το βιοτικό επίπεδο.

Την ανάλυση υπογράφουν ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, επίτιμος πρόεδρος του Levy Institute, απόφοιτος του πανεπιστημίου Κολούμπια και υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης από το 2016 έως το 2018, ο Giuliano Toshiro Yajima, ερευνητής στο ινστιτούτο, και ο Gennaro Zezza, καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο του Cassino, στην Ιταλία.

Οι προβλέψεις μέχρι το 2029

Σύμφωνα με το μοντέλο που χρησιμοποιεί η ανάλυση, διαπιστώνεται σταδιακή αλλά επίμονη εξασθένηση της οικονομικής δραστηριότητας μεσοπρόθεσμα. Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να επιβραδυνθεί από 2,0% το 2025 σε 1,3% το 2026, προτού επιβραδυνθεί περαιτέρω στο 0,7% το 2027 και τελικά γίνει αρνητική έως το 2029 (-0,5%). Αυτή η τροχιά αντανακλά μια προοδευτική συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης, ιδίως από την ιδιωτική κατανάλωση, η οποία μετατοπίζεται από μέτρια ανάπτυξη (1,8% το 2025) σε σταθερή συρρίκνωση στη συνέχεια, φτάνοντας το -4,3% έως το 2029. Η μείωση της κατανάλωσης είναι συνεπής με τις συνδυασμένες επιδράσεις του υψηλού πληθωρισμού, της στασιμότητας των πραγματικών εισοδημάτων και της δημοσιονομικής πολιτικής που επιμένει στη διατήρηση σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων.

Ενώ οι επενδύσεις παρουσιάζουν ισχυρή ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα (9,8% τόσο το 2025 όσο και το 2026), αντανακλώντας σε μεγάλο βαθμό τη συνέχιση των έργων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης, στη συνέχεια η αύξηση των επενδύσεων μετριάζεται σημαντικά, πέφτοντας σε περίπου 3%-4% το 2027-2028 και περαιτέρω στο 1,4% το 2029. Η επιβράδυνση αυτή υπογραμμίζει την περιορισμένη ικανότητα των ιδιωτικών επενδύσεων να καλύψουν το «κενό» που προκαλείται, ιδίως σε ένα πλαίσιο υποτονικών προσδοκιών ζήτησης.

Οι δημόσιες δαπάνες συμβάλλουν ελάχιστα στην ανάπτυξη, παραμένοντας σε γενικές γραμμές αμετάβλητες σε πραγματικούς όρους. Αυτό αντανακλά τη δέσμευση των Αρχών για δημοσιονομική εξυγίανση, όπως αποδεικνύεται από τη συνεχή αύξηση τόσο των συνολικών όσο και των πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Το συνολικό πλεόνασμα αυξάνεται από 4,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 5,6% το 2027-2028, προτού μειωθεί ελαφρώς στο 5,2% το 2029. Ομοίως το πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει επίμονα υψηλό, υπερβαίνοντας το 7% του ΑΕΠ καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου. Ενώ αυτή η πορεία υποστηρίζει τη μείωση του χρέους, συνεπάγεται επίσης μια συνεχή απόσυρση της κρατικής ζήτησης από την οικονομία με δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξη, στην απασχόληση και στα εισοδήματα.
Οι εξαγωγές ενισχύονται, καθώς από αύξηση 1,5% το 2025 παρουσιάζουν άνοδο πάνω από 4% το 2026, προτού σταθεροποιηθούν γύρω στο 3% τα επόμενα χρόνια, υποστηριζόμενες από τις συνθήκες εξωτερικής ζήτησης. Ταυτόχρονα, οι εισαγωγές παρουσιάζουν ασταθή, αλλά γενικά πτωτική τάση, αντανακλώντας τη συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης. Ως αποτέλεσμα, το εξωτερικό ισοζύγιο βελτιώνεται σημαντικά, μετατοπιζόμενο από έλλειμμα -3,9% του ΑΕΠ το 2025 σε σχεδόν ισοσκελισμένο το 2027 και τελικά φθάνοντας σε πλεόνασμα 4,6% έως το 2029. Η προσαρμογή αυτή δείχνει ότι η διόρθωση των εξωτερικών ανισορροπιών επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της συμπίεσης της εγχώριας ζήτησης και όχι μέσω της σημαντικής επέκτασης της εξαγωγικής ικανότητας. Επίσης, τα διαρκή δημόσια πλεονάσματα έχουν ως τίμημα τη μειωμένη οικονομική δραστηριότητα μεσοπρόθεσμα, με αρνητικές επιπτώσεις στο σύνολο της οικονομίας.

Χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αύξηση φτώχειας και εισόδημα στα τάρταρα…

Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 12,8% μεταξύ 2019 και 2025, σε σύγκριση με αύξηση μόλις 3,7% για το σύνολο της ζώνης του ευρώ. Ομως το πραγματικό ΑΕΠ κατά κεφαλήν είναι μόλις το 56% του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ το 2025, από 66% το 2006 και βέβαια πολύ χαμηλότερο από εκείνο των μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης. Το μερίδιο των μισθών στο ακαθάριστο εθνικό εισόδημα, παρά την οικονομική ανάκαμψη, παραμένει μεταξύ των χαμηλότερων στην Ε.Ε., καθώς η άνοδος των μισθών δεν συμβαδίζει με τον ρυθμό ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει ότι η αγοραστική δύναμη των μισθών είναι από τις χαμηλότερες στην Ε.Ε. και δεν αρκεί για την κάλυψη βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Το ατομικό διαθέσιμο εισόδημα, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών μεταβιβάσεων, ήταν επίσης από τα χαμηλότερα στην Ε.Ε., 13.381 ευρώ το 2025, παρά την αύξηση 8% σε σχέση με το 2024. Αυτό τοποθετεί πολύ περισσότερα άτομα κοντά στο όριο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, στο οποίο «ανήκε» το 27,5% του πληθυσμού το 2025, καταγράφοντας αύξηση σε σύγκριση με το 2024 (26,9%).

Η διακυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε πλούσιο το κράτος και φτωχούς τους πολίτες

O πληθωρισμός των τελευταίων ετών επιβαρύνει δυσανάλογα τα οικονομικά ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, όμως έχει βελτιώσει σημαντικά την εικόνα των δημόσιων οικονομικών του ελληνικού κράτους, με θηριώδη πλεονάσματα και μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ, σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου ΕΝΑ.

Οπως σημειώνεται, ενώ τα φορολογικά έσοδα αυξάνονται ξεκάθαρα πάνω από τον πληθωρισμό, δηλαδή την αύξηση των τιμών και των ονομαστικών εισοδημάτων, οι πρωτογενείς δαπάνες δείχνουν πιο συγκρατημένες. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στους μισθούς του Δημοσίου και κυρίως στις κοινωνικές παροχές (όπως οι συντάξεις), που οι ονομαστικές τους αυξήσεις υπολείπονται του πληθωρισμού, με αποτέλεσμα να μειώνονται ως ποσοστό του ΑΕΠ. Και καθώς ο πληθωρισμός τα τελευταία έτη δεν είναι κοινωνικά ουδέτερος και λειτουργεί ως μηχανισμός αξιόλογης αναδιανομής σε βάρος των οικονομικά ασθενέστερων, γίνεται όλο και πιο σημαντικός και απαραίτητος ο ρόλος ενός ισχυρού, αποτελεσματικού και κοινωνικά δίκαιου συστήματος κοινωνικής προστασίας, μέσω συντονισμένης στρατηγικής κοινωνικών δαπανών και κοινωνικών επενδύσεων (παιδεία, υγεία, πολιτισμός, ανθρώπινο κεφάλαιο κ.ά.).

Πρωτογενές πλεόνασμα

Η Ελλάδα κατάφερε να πετύχει υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα στην περίοδο των Μνημονίων και συνεχίζει όχι μόνο να το διατηρεί, αλλά και να το αυξάνει. Τα τελευταία έξι χρόνια το πρωτογενές πλεόνασμα έχει αυξηθεί κατά 1,1 μονάδες ΑΕΠ και αυτή η αύξηση προέρχεται κατά κύριο λόγο από την αύξηση των δημόσιων εσόδων κατά 1,5 μονάδες, καθώς οι πρωτογενείς δαπάνες έχουν αυξηθεί μόλις κατά 0,4 μονάδες. Επομένως, η βελτίωση του πρωτογενούς αποτελέσματος οφείλεται στη σημαντικά ταχύτερη αύξηση των δημόσιων εσόδων σε σχέση με τις δαπάνες.

Δημόσια έσοδα

Τα έσοδα από τον ΦΠΑ έχουν αυξηθεί κατά 1,2 μονάδες ΑΕΠ (8,1 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους) και τα έσοδα από φόρους εισοδήματος και περιουσίας κατά 2 μονάδες ΑΕΠ (10,6 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους). Αντίθετα, τα έσοδα από ασφαλιστικές εισφορές έχουν μειωθεί κατά 1,3 μονάδες ΑΕΠ (αλλά έχουν αυξηθεί σε ονομαστικούς όρους κατά 5,8 δισ. ευρώ). Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη αλλαγή στη σύνθεση των δημόσιων εσόδων, με την αύξηση των φορολογικών εσόδων να υπερκαλύπτει τη μείωση των εσόδων από ασφαλιστικές εισφορές.

Δημόσιες δαπάνες

Οπως και στην περίπτωση των δημόσιων εσόδων, έτσι και στις πρωτογενείς δαπάνες βλέπουμε μια αλλαγή στη σύνθεση. Οι δημόσιες επενδύσεις έχουν αυξηθεί κατά 2,3 μονάδες ΑΕΠ (7,3 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους), οι αμοιβές των δημόσιων υπαλλήλων μειώθηκαν κατά 1,6 μονάδες ΑΕΠ (αύξηση 3,31 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους) και οι κοινωνικές παροχές μειώθηκαν κατά 2,2 μονάδες ΑΕΠ (αύξηση 8 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους). Με άλλα λόγια, την περίοδο 2019-2025 οι αμοιβές των δημόσιων υπαλλήλων και κυρίως οι κοινωνικές παροχές δεν ακολούθησαν την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ στη χώρα μας.

Δημόσιο χρέος

Το δημόσιο χρέος έχει καταγράψει εντυπωσιακή μείωση 37,1 μονάδων ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ωστόσο, αυτή η μείωση δεν οφείλεται στη μείωση του χρέους, το οποίο, όπως φαίνεται, έχει αυξηθεί κατά 23,7 δισ. ευρώ, αλλά στην ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, εξαιτίας κυρίως του πληθωρισμού.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 8/5/2026)

Advertisement 5










Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ








Advertisement 5


Advertisement 7

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ