Στον ΦΠΑ και στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης εντοπίζει η Κομισιόν ένα από τα βασικά στηρίγματα της καλύτερης δημοσιονομικής επίδοσης της Ελλάδας το 2025, δείχνοντας ότι τα πλεονάσματα δεν προκύπτουν μόνο από την ανάπτυξη, αλλά και από το καθημερινό φορολογικό «ξεζούμισμα» νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Πίσω από τις εαρινές προβλέψεις για την ανάπτυξη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει μια κρίσιμη λεπτομέρεια για τη χώρα. Το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε το 2025 στο 1,7% του ΑΕΠ, υψηλότερα από το 1,1% που προέβλεπε η ίδια η Κομισιόν το φθινόπωρο του 2025, με την υπέρβαση να αποδίδεται όχι μόνο σε χαμηλότερες δαπάνες, αλλά και σε υψηλότερα έσοδα, ιδίως από ΦΠΑ, λόγω της συνεχιζόμενης βελτίωσης στη φορολογική συμμόρφωση.
Αυτό σημαίνει πως η καλύτερη δημοσιονομική επίδοση δεν βασίζεται μόνο σε μια οικονομία που αναπτύσσεται ή σε μια παραγωγική βάση που δημιουργεί νέα αξία, αλλά και από την τσέπη των φορολογουμένων, καθώς ο ΦΠΑ επιβάλλεται στην καθημερινή κατανάλωση και εισπράττεται κάθε φορά που τα νοικοκυριά πληρώνουν το σούπερ μάρκετ, τη βενζίνη ή τους λογαριασμούς.
Δηλαδή ένα μέρος της υπεραπόδοσης του Προϋπολογισμού δεν είναι αποτέλεσμα μόνο ισχυρότερης πραγματικής οικονομίας, αλλά και της ίδιας της ακρίβειας. Οταν οι τιμές ανεβαίνουν, αυξάνεται η ονομαστική αξία των συναλλαγών και μαζί η φορολογητέα βάση πάνω στην οποία υπολογίζεται ο ΦΠΑ. Το κράτος εισπράττει περισσότερα, ακόμα κι αν ο καταναλωτής δεν αγοράζει απαραίτητα περισσότερα προϊόντα ή καλύτερες υπηρεσίες.
Το ίδιο forecast δείχνει πόσο βαριά παραμένει η συνολική εισπρακτική βάση του κράτους. Τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης ανέρχονται σε 50% του ΑΕΠ το 2025 και στο 51% το 2026, ποσοστό που φέρνει την Ελλάδα στην 4η υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε., πίσω μόνο από τη Φινλανδία, τη Γαλλία και την Αυστρία.
ΒΡΑΧΙΟΝΑΣ
Η Κομισιόν προβλέπει ότι το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης θα υποχωρήσει στο 0,8% του ΑΕΠ το 2026 και στο 0,6% το 2027, παραμένοντας όμως σε θετικό έδαφος. Η αποκλιμάκωση αυτή έρχεται σε μια χρονιά κατά την οποία ενσωματώνονται επεκτατικά μέτρα με δημοσιονομικό κόστος 0,6% του ΑΕΠ για το 2026 και μόνιμη επίπτωση 0,8% του ΑΕΠ από το 2027, καθώς και προσωρινά ενεργειακά μέτρα 0,2% του ΑΕΠ λόγω της αύξησης των τιμών στα καύσιμα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ΑΑΔΕ δεν λειτουργεί απλώς ως εισπρακτικός μηχανισμός, αλλά γίνεται πυλώνας άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς η δυνατότητα του κράτους να διατηρεί πλεονάσματα συνδέεται όλο και περισσότερο με το πόσο περιορίζεται η φοροδιαφυγή και πόσο αυξάνεται η καταγραφή συναλλαγών που μέχρι πρότινος έμεναν εκτός συστήματος.
Τα στοιχεία του Επιχειρησιακού Σχεδίου της ΑΑΔΕ για το 2026 δείχνουν το μέγεθος αυτής της μετατόπισης. Για το 2025 καταγράφονται συνολικά έσοδα 74,354 δισ. ευρώ και έσοδα ΦΠΑ 27,775 δισ. ευρώ. Καταγράφονται 183.138 διασταυρώσεις για τη συμμόρφωση στην υποβολή δηλώσεων ΦΠΑ, φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, ενώ το ποσοστό υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ από τους ενεργούς υπόχρεους ανήλθε σε 98,5%.
Για το 2026 η ΑΑΔΕ θέτει ως στόχο συνολικά έσοδα 75,45 δισ. ευρώ και έσοδα ΦΠΑ 29,30 δισ. ευρώ. Παράλληλα, προβλέπει ποσοστό υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ των ενεργών υπόχρεων τουλάχιστον 98% και ποσοστό εμπρόθεσμων πληρωμών τουλάχιστον 85% για ΦΠΑ, φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων και ΕΝΦΙΑ.
Προβλέπονται, επίσης, διασταυρώσεις για όσους υποβάλλουν μηδενικές δηλώσεις ΦΠΑ ενώ έχουν δραστηριότητα, δράσεις συμμόρφωσης για επιλεγμένους κλάδους, όσους εμφανίζουν για πρώτη φορά ληξιπρόθεσμες οφειλές και παλαιότερους μικροοφειλέτες.
Φρένο από το ενεργειακό σοκ και επιβράδυνση της ανάπτυξης
Η επίδοση αυτή έχει δύο όψεις. Από τη μία, ο περιορισμός της φοροδιαφυγής διευρύνει τη φορολογική βάση, αλλά, από την άλλη, όσο η υπεραπόδοση στηρίζεται κυρίως σε φόρους κατανάλωσης, το βάρος παραμένει άμεσα συνδεδεμένο με την καθημερινή δαπάνη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Το κράτος εισπράττει περισσότερα όχι επειδή αυξάνεται κατ’ ανάγκη στον ίδιο βαθμό ο πραγματικός πλούτος, αλλά επειδή περισσότερες συναλλαγές καταγράφονται, περισσότερος ΦΠΑ αποδίδεται και οι υψηλότερες τιμές ανεβάζουν τη φορολογητέα βάση.
Το παραπάνω στοιχείο δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη στη συζήτηση περί ενός δημοσιονομικού «success story» και το πραγματικό όριο βρίσκεται στην πορεία της πραγματικής οικονομίας. Η Κομισιόν προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,8% το 2026, καθώς το ενεργειακό σοκ διαβρώνει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και φρενάρει την ιδιωτική κατανάλωση. Αυτό σημαίνει ότι η επίδοση του ΦΠΑ θα κριθεί από δύο αντίρροπες κινήσεις. Από τη μία, οι υψηλότερες τιμές και η καλύτερη συμμόρφωση στηρίζουν τις εισπράξεις. Από την άλλη, η πίεση στα εισοδήματα μπορεί να περιορίσει τον όγκο των συναλλαγών.
Μάλιστα, η σημασία του ΦΠΑ γίνεται ακόμα μεγαλύτερη επειδή το 2026 δεν είναι ουδέτερη χρονιά για τον Προϋπολογισμό. Τα μέτρα στήριξης, οι φορολογικές μειώσεις, οι αυξήσεις σε συντάξεις και μισθούς του Δημοσίου και οι παρεμβάσεις για την ενέργεια μειώνουν το περιθώριο ασφαλείας. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε πρόσθετο ευρώ που εισπράττεται από φόρους λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στην πίεση των δαπανών.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (29 ΜΑΙΟΥ 2026)




