Την ανάγκη η Ελλάδα να αλλάξει στρατηγική και να επενδύσει στην παραγωγή τεχνολογίας, αντί να περιορίζεται στην κατανάλωσή της, αναδεικνύει ο πρόεδρος του Lyktos Group και επίτιμος πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, Μιχάλης Σάλλας, με άρθρο του στο «Βήμα της Κυριακής».
Όπως επισημαίνει, η δημόσια συζήτηση στη χώρα επικεντρώνεται κυρίως στην αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, στον ψηφιακό μετασχηματισμό του Δημοσίου και στον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα, όπως σημειώνει, είναι γιατί η Ελλάδα παραμένει αποκλειστικά χρήστης τεχνολογίας και δεν διεκδικεί ρόλο στην παραγωγή της.
Διαβάστε ακόμα: ΕΚΤ: Σταθερά τα επιτόκια την Πέμπτη, αλλά η κρίση στη Μέση Ανατολή θολώνει το τοπίο για τον Σεπτέμβριο
Το ελληνικό επιστημονικό δυναμικό
Ο κ. Σάλλας υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα ιδιαίτερα ισχυρό επιστημονικό κεφάλαιο, με Έλληνες ερευνητές να διακρίνονται σε κορυφαία πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα του κόσμου, όπως το MIT, το Stanford, το Harvard, το Cambridge, η Οξφόρδη και το ETH της Ζυρίχης.
Ξεχωριστή αναφορά κάνει στον καθηγητή του MIT Κωνσταντίνο Δασκαλάκη, επισημαίνοντας ότι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ελληνικής επιστημονικής αριστείας στους τομείς των αλγορίθμων και της τεχνητής νοημοσύνης.
Όπως σημειώνει, το παράδοξο είναι ότι οι Έλληνες επιστήμονες συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάπτυξη τεχνολογιών για άλλες χώρες, ενώ στην Ελλάδα η παραγωγή προηγμένης τεχνολογίας παραμένει περιορισμένη.
Πρόταση για Ινστιτούτο Αλγοριθμικής Οικονομίας και Τεχνητής Νοημοσύνης
Στο άρθρο του προτείνει τη δημιουργία ενός Ινστιτούτου Αλγοριθμικής Οικονομίας και Τεχνητής Νοημοσύνης, το οποίο θα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, με τη συμμετοχή ιδιωτικών εταιρειών και θεσμικών επενδυτών, ενώ το Δημόσιο θα διατηρεί μειοψηφικό αλλά στρατηγικό ποσοστό συμμετοχής.
Στόχος του φορέα θα είναι η ανάπτυξη εμπορεύσιμης τεχνολογίας, η κατοχύρωση πατεντών, η δημιουργία νεοφυών επιχειρήσεων (spin-offs) και η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, με έμφαση στη μετατροπή της επιστημονικής έρευνας σε προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Οι τρεις στρατηγικοί τομείς
Ο Μιχάλης Σάλλας προτείνει η Ελλάδα να επικεντρωθεί σε τομείς όπου διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα, αντί να επιχειρήσει να ανταγωνιστεί υπερδυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες ή η Κίνα στην ανάπτυξη μεγάλων γλωσσικών μοντέλων ή στην παραγωγή μικροεπεξεργαστών.
Μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων που προτείνει είναι:
η ανάπτυξη τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης και αλγορίθμων,
η ναυτιλιακή τεχνολογία, αξιοποιώντας το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο παγκοσμίως,
οι τεχνολογίες άμυνας και ασφάλειας, όπως drones, αυτόνομα συστήματα, αισθητήρες και κυβερνοασφάλεια.
Παράλληλα, εισηγείται την ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης για τη δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη γεωοικονομία της Μεσογείου.
Συνεργασία με πανεπιστήμια και την ελληνική διασπορά
Σύμφωνα με την πρόταση, το Ινστιτούτο θα μπορούσε να συνεργάζεται με τα ελληνικά πανεπιστήμια, το Δημόσιο, τις Ένοπλες Δυνάμεις και ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα, διατηρώντας όμως ευελιξία μέσω εταιρικής δομής ειδικού σκοπού.
Στο επιστημονικό συμβούλιο θα συμμετέχουν διακεκριμένοι Έλληνες επιστήμονες της διασποράς, με στόχο τη δημιουργία ενός φορέα που θα έχει μακροπρόθεσμο εθνικό χαρακτήρα και θα λειτουργεί ανεξάρτητα από τις κυβερνητικές εναλλαγές.
Η χρηματοδότηση, όπως αναφέρει, θα μπορούσε να προέλθει από μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις, τραπεζικούς και εφοπλιστικούς ομίλους, ασφαλιστικές εταιρείες, επενδυτικά κεφάλαια, ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς οργανισμούς και το Δημόσιο.
«Η τεχνολογία πρέπει να γίνει εθνικό προϊόν»
Κλείνοντας το άρθρο του, ο Μιχάλης Σάλλας υποστηρίζει ότι η ανταγωνιστικότητα των κρατών στον 21ο αιώνα θα βασιστεί στους αλγορίθμους, στα δεδομένα και στην τεχνητή νοημοσύνη.
Όπως τονίζει, η Ελλάδα οφείλει να σταματήσει να αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως προϊόν προς αγορά και να τη μετατρέψει σε προϊόν προς παραγωγή, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να αποτελέσει τη σημαντικότερη αναπτυξιακή επιλογή της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες.



